Σάββατο 12 Απριλίου 2008
Το πυργούσικο φασολάκι
Μια φορά κι έναν καιρό, ήτανε στο Πυργί ένας γέρος και μια γριά. Μένανε σ’ ένα σπιτάκι κι είχανε κι ένα μποστάνι, που βάζανε τα κηπευτικά τους. Ντοματάκια άνυδρα, ντοματιές, μελιτζάνες, ξυλάγγουρα, φασολιές… Τα μαζεύανε και μ’ αυτά πορευότανε.
Μια μέρα λοιπόν ρωτάει η γριά τον γέρο:
- Τι να κάμομε για φαΐ σήμερα γέρο μου;
- Να πάω γριά, να μαζέψω δυο φασολάκια να βράσεις; Της λέει ο γέρος.
Και μια και δυο, πάει στο μποστάνι και μαζεύγει μια μπουζού φασόλια και τα πάει στην γριά.
Εκείνη έκατσε να τα καθαρίσει για να τα βράσει. Όπως τα ξεμύτιζε, πηδά ένα φασολάκι, πέφτει στο πάτωμα, κυλά και πάει και κατακάθεται σε μια γωνιά.
Η γριά δεν το πήρε είδηση, κι άμα τέλειωσε τη δουλειά της, σηκώθηκε κι έβαλε ξυλαράκια στο τζάκι για ν’ ανάψει φωτιά και να βράσει τα φασόλια. Όπως έκοβε τα ξυλαράκια, τσιτά μια σκλήθρα και πάει και κάθεται στην γωνιά, δίπλα στο φασολάκι. Για να μην τα πολυλογώ, το φασολάκι και η σκλήθρα πιάσανε την κουβέντα, και γίνανε φίλοι.
Σε λίγη ώρα, κι αφού η γριά είχε άψει την φωτιά κι έβαλε πάνω το τσουκάλι, πηδά ένα καρβουνάκι και πάει κι εκείνο στην γωνιά. Κι όπως καταλαβαίνετε, το φασολάκι με την σκλήθρα και το καρβουνάκι πιάσανε ψιλή κουβέντα και κάνανε καλή παρέα.
Σε μια στιγμή, το φασολάκι που του ‘κοβε λιγάκι παραπάνω, γυρνά και λέει στ’ άλλα:
- Η γριά, μόλις απόφαγε με τον γέρο, θε να πιάσει την φροκαλιά να φροκαλίσει. Θα φροκαλίσει κι εμάς, κι ένας θεός ξέρει που θα βρεθούμε. Δεν πάμε λοιπόν να φύγουμε από δω πέρα, να βρούμεν την τύχη μας και οι τρεις μαζί;
Εσυμφωνήσανε και τα άλλα, και σιγά - σιγά, βγήκανε απ’ το σπίτι, περάσανε την αυλή και βγήκανε στο μποστάνι. Εκεί βρεθήκανε μπροστά σ’ έναν ποτιστή που ‘χε ανοίξει ο γέρος για να ποτίζει τα ζαρζαβατικά του, γεμάτο με νερό. Σταθήκανε και κοιτάζανε, και σκεφτότανε πως θα περάσουνε απέναντι.
- Εγώ ξέρω κολύμπι, λέει σε μια στιγμή το ξυλαράκι. Θα σας πάρω λοιπόν έναν έναν στην πλάτη μου και θα σας περάσω απέναντι.
Μπαίνει λοιπόν στο νερό, πηδά το καρβουνάκι στην πλάτη του, αλλά –αχου καμός- με το που ακουμπά το κάρβουνο την σκλήθρα, παίρνει αυτή φωτιά κι αρχινά να καίεται!
- Αχού καίομαι! Φωνάζει η σκλήθρα. Κατέβα από την πλάτη μου!
Το καρβουνάκι όμως φοβότανε το νερό γιατί αν έπεφτε μέσα θα σβήνε κι έτσι κρατιότανε όλο και πιο σφιχτά από την σκλήθρα. Και το ξυλαράκι εκάηκεν, κι έπεσεν κι η σκλήθρα στο νερό, και τα πήρε ο ποτιστής και τα ‘σερνε κατά τις μελιτζανιές.
Το φασολάκι που είδε ίντα πάθανε οι φίλοι του, στεναχωρήθηκε κι ηβάλενε τα κλάματα. Κι έκλαιεν τόσο πολύ και με αναφιλητά, που στο τέλος έσκασεν κι έγινεν δυο κομμάτια.
Άκουσαν ο γέρος τα κλάματα, κι ήβγεν στο μποστάνι να δει ίντα τρέχει. Κι εκεί βλέπει το φασολάκι ανοιγμένο στην μέση. Το πιάνει με προσοχή, μπαίνει μέσα στο σπίτι και φωνάζει την γριά:
- Γριά κοίτα ίντα ‘παθε το φασολάκι!
Το βλέπει η γριά και λέει:
- Μην στεναχωριέσαι γέρο, κι εγώ θα το ράψω και θε να γίνει σαν και πρώτα.
Και βγάζει τα ραφτικά της, και κάθεται να ράψει το φασολάκι. Επειδή όμως εν είχεν άσπρη κλώστη, το ‘ραψε με μαύρη ίσα ίσα να το ενώσει. Το παίρνει μετά ο γέρος, και πάει στο μποστάνι κι ανοίγει ένα λακουβάκι σε μια μεριά και το φυτεύει. Μετά από καιρό ξεπετάχτηκε μια μεγάλη φασολιά με πολλά φασόλια. Τα μάζεψε ο γέρος και τα πήγε της γριάς να τα βράσει. Εκεί που η γριά τα καθάριζε, βλέπει πως όλα τα φασολάκια είχανε κι από ένα μαύρο ματάκι, στην μεριά που είχε ράψει με μαύρη κλωστή το φασολάκι που φύτεψε ο γέρος.
Από τότε, κάθε φορά που ο γέρος φύτευε απ’ αυτά τα φασολάκια, όλα βγαίνανε μ’ ένα μαύρο ματάκι, και για τούδο τα ‘πανε μαυρομάτικα. Κι επειδή ο γέρος κι η γριά μένανε στο Πυργί, τα ‘πανε και Πυργούσικα. Κι έζησαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα.
Μια μέρα λοιπόν ρωτάει η γριά τον γέρο:
- Τι να κάμομε για φαΐ σήμερα γέρο μου;
- Να πάω γριά, να μαζέψω δυο φασολάκια να βράσεις; Της λέει ο γέρος.
Και μια και δυο, πάει στο μποστάνι και μαζεύγει μια μπουζού φασόλια και τα πάει στην γριά.
Εκείνη έκατσε να τα καθαρίσει για να τα βράσει. Όπως τα ξεμύτιζε, πηδά ένα φασολάκι, πέφτει στο πάτωμα, κυλά και πάει και κατακάθεται σε μια γωνιά.
Η γριά δεν το πήρε είδηση, κι άμα τέλειωσε τη δουλειά της, σηκώθηκε κι έβαλε ξυλαράκια στο τζάκι για ν’ ανάψει φωτιά και να βράσει τα φασόλια. Όπως έκοβε τα ξυλαράκια, τσιτά μια σκλήθρα και πάει και κάθεται στην γωνιά, δίπλα στο φασολάκι. Για να μην τα πολυλογώ, το φασολάκι και η σκλήθρα πιάσανε την κουβέντα, και γίνανε φίλοι.
Σε λίγη ώρα, κι αφού η γριά είχε άψει την φωτιά κι έβαλε πάνω το τσουκάλι, πηδά ένα καρβουνάκι και πάει κι εκείνο στην γωνιά. Κι όπως καταλαβαίνετε, το φασολάκι με την σκλήθρα και το καρβουνάκι πιάσανε ψιλή κουβέντα και κάνανε καλή παρέα.
Σε μια στιγμή, το φασολάκι που του ‘κοβε λιγάκι παραπάνω, γυρνά και λέει στ’ άλλα:
- Η γριά, μόλις απόφαγε με τον γέρο, θε να πιάσει την φροκαλιά να φροκαλίσει. Θα φροκαλίσει κι εμάς, κι ένας θεός ξέρει που θα βρεθούμε. Δεν πάμε λοιπόν να φύγουμε από δω πέρα, να βρούμεν την τύχη μας και οι τρεις μαζί;
Εσυμφωνήσανε και τα άλλα, και σιγά - σιγά, βγήκανε απ’ το σπίτι, περάσανε την αυλή και βγήκανε στο μποστάνι. Εκεί βρεθήκανε μπροστά σ’ έναν ποτιστή που ‘χε ανοίξει ο γέρος για να ποτίζει τα ζαρζαβατικά του, γεμάτο με νερό. Σταθήκανε και κοιτάζανε, και σκεφτότανε πως θα περάσουνε απέναντι.
- Εγώ ξέρω κολύμπι, λέει σε μια στιγμή το ξυλαράκι. Θα σας πάρω λοιπόν έναν έναν στην πλάτη μου και θα σας περάσω απέναντι.
Μπαίνει λοιπόν στο νερό, πηδά το καρβουνάκι στην πλάτη του, αλλά –αχου καμός- με το που ακουμπά το κάρβουνο την σκλήθρα, παίρνει αυτή φωτιά κι αρχινά να καίεται!
- Αχού καίομαι! Φωνάζει η σκλήθρα. Κατέβα από την πλάτη μου!
Το καρβουνάκι όμως φοβότανε το νερό γιατί αν έπεφτε μέσα θα σβήνε κι έτσι κρατιότανε όλο και πιο σφιχτά από την σκλήθρα. Και το ξυλαράκι εκάηκεν, κι έπεσεν κι η σκλήθρα στο νερό, και τα πήρε ο ποτιστής και τα ‘σερνε κατά τις μελιτζανιές.
Το φασολάκι που είδε ίντα πάθανε οι φίλοι του, στεναχωρήθηκε κι ηβάλενε τα κλάματα. Κι έκλαιεν τόσο πολύ και με αναφιλητά, που στο τέλος έσκασεν κι έγινεν δυο κομμάτια.
Άκουσαν ο γέρος τα κλάματα, κι ήβγεν στο μποστάνι να δει ίντα τρέχει. Κι εκεί βλέπει το φασολάκι ανοιγμένο στην μέση. Το πιάνει με προσοχή, μπαίνει μέσα στο σπίτι και φωνάζει την γριά:
- Γριά κοίτα ίντα ‘παθε το φασολάκι!
Το βλέπει η γριά και λέει:
- Μην στεναχωριέσαι γέρο, κι εγώ θα το ράψω και θε να γίνει σαν και πρώτα.
Και βγάζει τα ραφτικά της, και κάθεται να ράψει το φασολάκι. Επειδή όμως εν είχεν άσπρη κλώστη, το ‘ραψε με μαύρη ίσα ίσα να το ενώσει. Το παίρνει μετά ο γέρος, και πάει στο μποστάνι κι ανοίγει ένα λακουβάκι σε μια μεριά και το φυτεύει. Μετά από καιρό ξεπετάχτηκε μια μεγάλη φασολιά με πολλά φασόλια. Τα μάζεψε ο γέρος και τα πήγε της γριάς να τα βράσει. Εκεί που η γριά τα καθάριζε, βλέπει πως όλα τα φασολάκια είχανε κι από ένα μαύρο ματάκι, στην μεριά που είχε ράψει με μαύρη κλωστή το φασολάκι που φύτεψε ο γέρος.
Από τότε, κάθε φορά που ο γέρος φύτευε απ’ αυτά τα φασολάκια, όλα βγαίνανε μ’ ένα μαύρο ματάκι, και για τούδο τα ‘πανε μαυρομάτικα. Κι επειδή ο γέρος κι η γριά μένανε στο Πυργί, τα ‘πανε και Πυργούσικα. Κι έζησαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα.
Οι ψεύτες
Ήταν μια φορά τρεις φίλοι. Οι δυο ήταν ψεύτες ενώ ο τρίτος δεν ήξερε να λέει καθόλου ψέματα. Ξεκινήσανε να κάνουνε ένα μακρινό ταξίδι. Αφού περπατήσανε μια ολάκερη μέρα, νύχτωσε κι ήτανε κουρασμένοι και πεινασμένοι. Όμως δεν είχανε λεφτά ούτε για να φάνε, ούτε για να πάνε σε κανένα χάνι για να κοιμηθούν. Εκεί που καθότανε και σκεφτότανε τι θα κάνουνε, λέει ο ένας απ τους ψεύτες:
- Εγώ έχω μια ιδέα για να βρούμε κρασί!
- Κι εγώ, λέει ο δεύτερος για να φάμε ψάρι.
Ξεκινάνε λοιπόν, και πάνε στο πρώτο χάνι που βρίσκουνε στον δρόμο τους. Μπαίνει λοιπόν μέσα ο πρώτος και λέει στον ξενοδόχο:
- Ετοίμασε μου ένα μεγάλο ψάρι, γιατί θα έρθουμε κάμποσοι για φαγητό.
Και όταν ο ταβερνιάρης άρχισε να το ετοιμάζει, εκείνος έκλεισε κι ένα δωμάτιο για να κοιμηθούν το βράδυ κι ανέβηκε πάνω.
Σ’ εκείνη την περιοχή υπήρχαν πολλά αμπέλια και πολλοί έβγαζαν κρασί.
Έτσι ο δεύτερος ψεύτης, έβαλε σε μια νταμιτζάνα δυο οκάδες νερό, κι άρχισε να γυρνά τα σπίτια και να ρωτά τους νοικοκυραίους:
- Πουλάτε κρασί;
- Ναι, του απαντά ο νοικοκύρης.
- Βάλε μου τότε δυο οκάδες. Είπε ο ψεύτης
Ο νοικοκύρης του βάζει δυο οκάδες κρασί, το οποίο ανακατεύτηκε με το νερό που είχε μέσα η νταμιτζάνα, και νέρωσε. Το δοκιμάζει λοιπόν ο ψεύτης και λέει:
- Τι άσχημο κρασί! Χάλασε και το δικό μου που είχα μέσα!
Και δίνει και στον νοικοκύρη να δοκιμάσει. Και πραγματικά κι εκείνος λέει ότι το κρασί δεν ήταν καλό. Κι έτσι χωρίς να πληρώσει φεύγει και πάει στο παρακάτω σπίτι. Χτυπά την πόρτα και ξανακάνει τα ίδια. Για να μην τα πολυλογώ, ακολούθησε την ίδια διαδικασία κάμποσες φορές, μέχρι που το κρασί μέσα στην νταμιτζάνα έγινε καλό. Παίρνει λοιπόν την γεμάτη νταμιτζάνα, και γυρνά στο πανδοχείο, που τον περιμένανε οι άλλοι δυο.
Ο ξενοδόχος στο μεταξύ είχε καλοψήσει το ψάρι, καθίσανε και φάγανε και ήπιανε, και τους περίσσεψε και ψάρι, που το τυλίξανε μέσα σ ένα χαρτί και το πήρανε μαζί τους για να το φάνε αργότερα.
- Και ποιος θα το φάει; Ρωτάει αυτός που δεν ήξερε να λέει ψέματα.
- Αυτός που θα δει το πιο περίεργο όνειρο! Του απαντά ο πρώτος ψεύτης.
Με αυτά και με τα άλλα, νυστάξανε κι ανεβήκανε στο πάνω δωμάτιο και κοιμηθήκανε μια χαρά όλη τη νύχτα.
Όταν ξημέρωσε, λέει ο ξενοδόχος στον βοηθό του:
- Άντε πάνω να σε πληρώσουνε, γιατί σε λίγο θα φύγουνε.
Ανεβαίνει αυτός πάνω, και τους δίνει τον λογαριασμό. Οι τρεις τους είχανε συνεννοηθεί από πριν, κι άρχισαν και καλά να μαλώνουν για το ποιος θα πληρώσει τον λογαριασμό.
- Εγώ θα τον πληρώσω. Έλεγε ο πρώτος.
- Όχι εγώ! Έλεγε ο δεύτερος.
- Ούτε να το σκέφτεστε! Εγώ θα πληρώσω! Έλεγε ο τρίτος.
Σε μια στιγμή γυρνάει ο ένας και λέει:
- Το βρήκα! Θα δέσουμε τα μάτια του βοηθού του ξενοδόχου, κι όποιον από μας πιάσει, αυτός θα πληρώσει!
Έτσι του δέσανε τα μάτια, κι όπως καταλάβατε, βγήκαν σιγά σιγά απ’ το δωμάτιο, χαιρετήσανε και τον ξενοδόχο, και φύγανε σαν κύριοι!
Ανεβαίνει ο ξενοδόχος στο δωμάτιο για να δει τι κάνει ο βοηθός του, κι όταν καταλάβανε πως είχανε φύγει χωρίς να πληρώσουν, βάλανε τις φωνές, αλλά ήταν πια αργά. Οι τρεις φίλοι ήταν ήδη μακριά!
Όταν κόντευε να μεσημεριάσει, καθίσανε κάτω από έναν ίσκιο, και ξεκινήσανε να λένε τα όνειρά τους για να δούνε ποιος θα τρωγε το ψάρι που ‘χε περισσέψει.
- Εγώ λέει ο πρώτος, είδα πως ανοίξανε τα ουράνια, και βγήκε μια χρυσή σκάλα κι ανεβοκατεβαίνανε άγγελοι λουσμένοι στο φως. Και πήρανε κι εμένα μαζί τους. Κι εσείς με κοιτάζατε που ανέβαινα στον ουρανό και με ρωτούσατε «Το ψάρι; Τι θα κάνουμε με το ψάρι:» κι εγώ σας απαντούσα «Χάρισμά σας το ψάρι!»
Οι άλλοι δυο θαύμασαν το όνειρο του πρώτου, και μετά πήρε το λόγο ο δεύτερος να πει τα όνειρό του.
- Εγώ λέει ο δεύτερος, είδα ότι άνοιξε ο Άδης, και βγήκανε από μέσα άγγελοι ντυμένοι στα χρυσά. Κι είδα πράματα και θάματα, που δεν μπορεί ανθρώπου στόμα να περιγράψει! Κι οι άγγελοι με πήρανε μαζί τους, κι εσείς με ρωτούσατε «Το ψάρι; Τι θα γίνει με το ψάρι;» κι εγώ σας απαντούσα: «Χάρισμά σας το ψάρι!»
Ο τρίτος έκαμε το σταυρό του και είπε:
- Δοξασμένο το όνομα του κυρίου! Εγώ όλο το βράδυ έβλεπα τον έναν σας ν’ ανεβαίνει στον ουρανό και να λέει «χάρισμά σας το ψάρι» και τον άλλον να κατεβαίνει μέσα στην γη και να λέει «Χάρισμά σας το ψάρι», ε, και σηκώθηκα κι εγώ και το φαγα!
- Έφαγες το ψάρι; Τον ρώτησαν θυμωμένοι οι άλλοι δυο.
- Όχι που θα σας άφηνα με τα ψέματα σας να με γελάσετε! Τους απάντησε εκείνος.
Οι δυο ψεύτες θαύμασαν την εξυπνάδα του και γέλασαν με την καρδιά τους. Εκείνη την νύχτα έμειναν νηστικοί, αλλά κατάλαβαν ότι τον έξυπνο άνθρωπο, δεν μπορεί κανένας να τον γελάσει με ψευτιές. Κι έζησαν αυτοί καλά και εμείς καλύτερα.
- Εγώ έχω μια ιδέα για να βρούμε κρασί!
- Κι εγώ, λέει ο δεύτερος για να φάμε ψάρι.
Ξεκινάνε λοιπόν, και πάνε στο πρώτο χάνι που βρίσκουνε στον δρόμο τους. Μπαίνει λοιπόν μέσα ο πρώτος και λέει στον ξενοδόχο:
- Ετοίμασε μου ένα μεγάλο ψάρι, γιατί θα έρθουμε κάμποσοι για φαγητό.
Και όταν ο ταβερνιάρης άρχισε να το ετοιμάζει, εκείνος έκλεισε κι ένα δωμάτιο για να κοιμηθούν το βράδυ κι ανέβηκε πάνω.
Σ’ εκείνη την περιοχή υπήρχαν πολλά αμπέλια και πολλοί έβγαζαν κρασί.
Έτσι ο δεύτερος ψεύτης, έβαλε σε μια νταμιτζάνα δυο οκάδες νερό, κι άρχισε να γυρνά τα σπίτια και να ρωτά τους νοικοκυραίους:
- Πουλάτε κρασί;
- Ναι, του απαντά ο νοικοκύρης.
- Βάλε μου τότε δυο οκάδες. Είπε ο ψεύτης
Ο νοικοκύρης του βάζει δυο οκάδες κρασί, το οποίο ανακατεύτηκε με το νερό που είχε μέσα η νταμιτζάνα, και νέρωσε. Το δοκιμάζει λοιπόν ο ψεύτης και λέει:
- Τι άσχημο κρασί! Χάλασε και το δικό μου που είχα μέσα!
Και δίνει και στον νοικοκύρη να δοκιμάσει. Και πραγματικά κι εκείνος λέει ότι το κρασί δεν ήταν καλό. Κι έτσι χωρίς να πληρώσει φεύγει και πάει στο παρακάτω σπίτι. Χτυπά την πόρτα και ξανακάνει τα ίδια. Για να μην τα πολυλογώ, ακολούθησε την ίδια διαδικασία κάμποσες φορές, μέχρι που το κρασί μέσα στην νταμιτζάνα έγινε καλό. Παίρνει λοιπόν την γεμάτη νταμιτζάνα, και γυρνά στο πανδοχείο, που τον περιμένανε οι άλλοι δυο.
Ο ξενοδόχος στο μεταξύ είχε καλοψήσει το ψάρι, καθίσανε και φάγανε και ήπιανε, και τους περίσσεψε και ψάρι, που το τυλίξανε μέσα σ ένα χαρτί και το πήρανε μαζί τους για να το φάνε αργότερα.
- Και ποιος θα το φάει; Ρωτάει αυτός που δεν ήξερε να λέει ψέματα.
- Αυτός που θα δει το πιο περίεργο όνειρο! Του απαντά ο πρώτος ψεύτης.
Με αυτά και με τα άλλα, νυστάξανε κι ανεβήκανε στο πάνω δωμάτιο και κοιμηθήκανε μια χαρά όλη τη νύχτα.
Όταν ξημέρωσε, λέει ο ξενοδόχος στον βοηθό του:
- Άντε πάνω να σε πληρώσουνε, γιατί σε λίγο θα φύγουνε.
Ανεβαίνει αυτός πάνω, και τους δίνει τον λογαριασμό. Οι τρεις τους είχανε συνεννοηθεί από πριν, κι άρχισαν και καλά να μαλώνουν για το ποιος θα πληρώσει τον λογαριασμό.
- Εγώ θα τον πληρώσω. Έλεγε ο πρώτος.
- Όχι εγώ! Έλεγε ο δεύτερος.
- Ούτε να το σκέφτεστε! Εγώ θα πληρώσω! Έλεγε ο τρίτος.
Σε μια στιγμή γυρνάει ο ένας και λέει:
- Το βρήκα! Θα δέσουμε τα μάτια του βοηθού του ξενοδόχου, κι όποιον από μας πιάσει, αυτός θα πληρώσει!
Έτσι του δέσανε τα μάτια, κι όπως καταλάβατε, βγήκαν σιγά σιγά απ’ το δωμάτιο, χαιρετήσανε και τον ξενοδόχο, και φύγανε σαν κύριοι!
Ανεβαίνει ο ξενοδόχος στο δωμάτιο για να δει τι κάνει ο βοηθός του, κι όταν καταλάβανε πως είχανε φύγει χωρίς να πληρώσουν, βάλανε τις φωνές, αλλά ήταν πια αργά. Οι τρεις φίλοι ήταν ήδη μακριά!
Όταν κόντευε να μεσημεριάσει, καθίσανε κάτω από έναν ίσκιο, και ξεκινήσανε να λένε τα όνειρά τους για να δούνε ποιος θα τρωγε το ψάρι που ‘χε περισσέψει.
- Εγώ λέει ο πρώτος, είδα πως ανοίξανε τα ουράνια, και βγήκε μια χρυσή σκάλα κι ανεβοκατεβαίνανε άγγελοι λουσμένοι στο φως. Και πήρανε κι εμένα μαζί τους. Κι εσείς με κοιτάζατε που ανέβαινα στον ουρανό και με ρωτούσατε «Το ψάρι; Τι θα κάνουμε με το ψάρι:» κι εγώ σας απαντούσα «Χάρισμά σας το ψάρι!»
Οι άλλοι δυο θαύμασαν το όνειρο του πρώτου, και μετά πήρε το λόγο ο δεύτερος να πει τα όνειρό του.
- Εγώ λέει ο δεύτερος, είδα ότι άνοιξε ο Άδης, και βγήκανε από μέσα άγγελοι ντυμένοι στα χρυσά. Κι είδα πράματα και θάματα, που δεν μπορεί ανθρώπου στόμα να περιγράψει! Κι οι άγγελοι με πήρανε μαζί τους, κι εσείς με ρωτούσατε «Το ψάρι; Τι θα γίνει με το ψάρι;» κι εγώ σας απαντούσα: «Χάρισμά σας το ψάρι!»
Ο τρίτος έκαμε το σταυρό του και είπε:
- Δοξασμένο το όνομα του κυρίου! Εγώ όλο το βράδυ έβλεπα τον έναν σας ν’ ανεβαίνει στον ουρανό και να λέει «χάρισμά σας το ψάρι» και τον άλλον να κατεβαίνει μέσα στην γη και να λέει «Χάρισμά σας το ψάρι», ε, και σηκώθηκα κι εγώ και το φαγα!
- Έφαγες το ψάρι; Τον ρώτησαν θυμωμένοι οι άλλοι δυο.
- Όχι που θα σας άφηνα με τα ψέματα σας να με γελάσετε! Τους απάντησε εκείνος.
Οι δυο ψεύτες θαύμασαν την εξυπνάδα του και γέλασαν με την καρδιά τους. Εκείνη την νύχτα έμειναν νηστικοί, αλλά κατάλαβαν ότι τον έξυπνο άνθρωπο, δεν μπορεί κανένας να τον γελάσει με ψευτιές. Κι έζησαν αυτοί καλά και εμείς καλύτερα.
Ο γιος του βασιλιά
Μια φορά κι έναν καιρό, σ’ έναν τόπο πολύ μακριά από δω, ζούσαν ένας βασιλιάς και μια βασίλισσα. Ήταν ένα ζευγάρι νιόπαντρο, πολύ όμορφο κι αγαπημένο.
Μια μέρα ο βασιλιάς λέει στην βασίλισσα:
- Θέλω να μου κάνεις ένα γλυκό, μοναχή σου, με τα χεράκια σου.
- Ότι θες βασιλιά μου, του απάντησε εκείνη.
- Δεν θέλω όμως να σε βοηθήσει κανείς άλλος. Συνέχισε ο βασιλιάς. Ούτ’ ο μάγειρας του παλατιού, ούτ’ η μαγείρισσα, ούτ’ ο ζαχαροπλάστης, ούτ’ οι υπηρέτες. Κανένας άλλος, παρά μόνο εσύ.
- Θα σου κάνω το πιο νόστιμο γλυκό που έχεις φάει ποτέ! Του απάντησε η βασίλισσα.
- Ναι, αλλά θέλω όλα να τα κάμεις μόνη σου. Επέμενε ο βασιλιάς. Εσύ να το πας στον φούρνο, εσύ να το ψήσεις, εσύ να το φέρεις, εσύ να το κόψεις, εσύ να το σερβίρεις.
- Όπως θες βασιλιά μου, του ξαναπάτησε εκείνη.
Κατεβαίνει λοιπόν η βασίλισσα στο κελάρι του παλατιού, και βάζει μέσα σ’ ένα καλάθι όλα τα υλικά που θα χρειαζόταν. Μύγδαλα και καρύδια, αλεύρι και ζάχαρη, ροδόσταμο και μέλι.
Ανασκουμπώθηκε, στρώθηκε στην δουλειά, κι έκαμε ένα γλυκό, που πιο νόστιμό του άνθρωπος σ’ όλο τον κόσμο δεν είχε ματακάνει.
Το πήγε στον φούρνο, το φούρνισε, το ‘φερε στο παλάτι, το βαλε σε μια πιατέλα, και το πήγε στον βασιλιά.
Ο βασιλιάς πολύ χάρηκε, που η γυναίκα του τον φρόντιζε τόσο. Άλλωστε το γλυκό μοσχομύριζε τόσο πολύ, που με δυσκολία κρατιόταν για να μην πιάσει να το τρώει με τα χέρια!
Η βασίλισσα, έβαλε δυο πιάτα στο τραπέζι, κι ετοιμάστηκε να κόψει το γλυκό, για να σερβίρει τον βασιλιά. Την ώρα όμως που το ‘κοβε, φταρνίστηκε! Ο βασιλιάς το θεώρησε μεγάλη προσβολή, να φταρνίζεται κάποιος πάνω απ το γλυκό του, και θυμωμένος έβαλε τις φωνές.
- Δεν ντρέπεσαι να φταρνίζεσαι πάνω απ’ το γλυκό του βασιλιά; Αυτή είναι πολύ μεγάλη προσβολή!
- Δεν το ‘θελα βασιλιά μου. Αποκρίθηκε εκείνη.
Ο βασιλιάς ήταν πολύ θυμωμένος και δεν άκουγε τίποτα!
- Να σηκωθείς να φύγεις απ’ το παλάτι! Δεν θέλω να σε ξαναδώ στα μάτια μου! Μα τέτοια προσβολή!
Η βασίλισσα με κλάματα και παρακάλια προσπαθούσε να τον μεταπείσει, αλλά εκείνος δεν ήθελε ν’ ακούσει τίποτα. Έτσι είδε κι απόειδε, και πήρε των ομματίων της κι έφυγε απ’ το παλάτι. Περπατούσε μια ολόκληρη μέρα, κι έφτασε σε μια μεγάλη πολιτεία. Εκεί, βρήκε ένα χαμόσπιτο κι έμεινε μέσα. Πέρασαν λίγες μέρες, κι η βασίλισσα κατάλαβε ότι ήταν έγκυος. Δεν ήξερε τι να κάμει. Έκλαιγε μέρες και νύχτες. Στο τέλος, στερέψανε τα δάκρυά της, και το πήρε απόφαση πώς μόνη της θα μεγάλωνε το παιδί της.
Περάσανε μήνες εννιά, κι η βασίλισσα γέννησε ένα πανέμορφο αγόρι. Είχε τον ήλιο στα μαλλιά, στα μάτια το φεγγάρι. Μεγαλώνοντας, έγινε ένα παλικαράκι πανέξυπνο και γεμάτο καλοσύνη. Αγαπούσε πάρα πολύ την μητέρα του, μόνο που κάθε λίγο την ρωτούσε:
- Μάνα, γιατί όλα τα άλλα τα παιδιά έχουν πατέρα κι εγώ δεν έχω;
- Έχεις παιδί μου, του απαντούσε η βασίλισσα. Έχεις έναν πολύ καλό και σημαντικό άνθρωπο για πατέρα.
- Και που ναι ο πατέρας, μάνα; Ξαναρωτούσε το παλικαράκι.
- Είναι καπετάνιος στα καράβια, και ταξιδεύει, τ` απαντούσε εκείνη.
Το παιδί μεγάλωνε, κι όταν έγινε 17 χρονών, ήταν ένα πανέμορφο παλικάρι. Είχε πάρει την αρχοντιά του πατέρα του, και την γλύκα της μάνας του. Απ’ όπου περνούσε όλοι στέκονταν και τον καμάρωναν κι έλεγαν ότι αυτό το παιδί, δεν μπορεί παρά να κρατούσε από αρχοντική γενιά.
Όταν η μάνα του είδε πώς είχε γίνει άντρας πια, καλός και μυαλωμένος, τον κάλεσε μια μέρα, και του ‘πε όλη την αλήθεια για τον πατέρα του.
Εκείνο, ένα ολόκληρο βράδυ, σκεφτότανε την ιστορία που του πε η μάνα του και τι μπορούσε να κάνει. Ο πατέρας του είχε φερθεί πολύ άδικα, και την αδικία δεν την σήκωνε.
Όταν χάραζε η μέρα, το παλικάρι είχε βρει λύση σ’ αυτό που τον απασχολούσε. Έβαλε καθαρά ρούχα, κατέβηκε στο κελάρι, και γέμισε ένα μπουκάλι με το καλύτερο κρασί που είχαν. Πήγε στο παλάτι, κι έδωσε το μπουκάλι στον μάγειρα του βασιλιά, λέγοντας του να του το σερβίρει με το μεσημεριανό του φαγητό. Ο βασιλιάς ήπιε το κρασί με το φαγητό του και πολύ του άρεσε. Την άλλη μέρα το παλικάρι ξαναπήγε ένα μπουκάλι κρασί στον βασιλιά, κι ο βασιλιάς πολύ το ευχαριστήθηκε. Αυτό γινότανε για μια ολόκληρη βδομάδα. Στο τέλος ο βασιλιάς ρώτησε τον μάγειρά τίνος ήταν αυτό το υπέροχο κρασί, κι εκείνος του είπε ότι κάθε μέρα ένα παλικάρι του το ‘φερνε κέρασμα. Τότε εκείνος είπε ότι θέλει να γνωρίσει τον κεραστή. Έτσι κι έγινε. Την άλλη μέρα, όταν το παλικάρι πήγε το κρασί στο παλάτι, ένας υπηρέτης, τον οδήγησε μπροστά στον βασιλιά.
Εκείνος τον ευχαρίστησε για το κρασί που του έστελνε, και του είπε:
- Ποιοι είναι οι γονιοί σου παλικάρι μου; Φαίνεσαι να κρατάς από αρχοντική γενιά. Πες στον πατέρα και στην μάνα σου, να έρθουν μια μέρα να φάμε όλοι μαζί, να τους γνωρίσω κιόλας.
- Ο πατέρας μου, είναι ναυτικός και ταξιδεύει, του απάντησε το παλικάρι. Κι η μάνα μου χωρίς τον κύρη μου δεν έρχεται στο παλάτι.
Ο βασιλιάς κούνησε το κεφάλι του με κατανόηση.
- Τότε του είπε, να έρθεις μια μέρα μόνος σου. Εγώ δεν έχω παιδιά, και πολύ θα θελα να χω έναν γιο σαν κι εσένα. Να έρχεσαι λοιπόν να κάνουμε παρέα.
Κι έτσι συμφωνήσανε την άλλη μέρα να πάει το παλικάρι στο παλάτι να φάει μαζί με τον βασιλιά.
Το παλικάρι έφυγε χαμογελώντας απ’ το παλάτι. Το σχέδιο του πήγαινε καλύτερα απ’ ότι περίμενε και λογάριαζε.
Όταν γύρισε σπίτι του, πήρε απ’ το στάρι που ‘χαν στο κελάρι μια φούχτα, πήγε σ’ έναν χρυσοχόο να του το επιχρυσώσει και το ‘ριξε στην τσέπη του.
Το άλλο μεσημέρι, πήγε στο παλάτι και κάθισε στο τραπέζι μαζί με τον βασιλιά. Όταν κόντευαν να τελειώσουν το φαΐ τους, γυρίζει ο βασιλιάς και του λέει:
- Είσαι πολύ καλό και συμπαθητικό παιδί, και σ’ αγαπώ σαν παιδί μου.
- Κι εγώ σε συμπαθώ βασιλιά μου, απάντησε εκείνο, επειδή μοιάζεις με τον πατέρα μου. Κι όλα στο τραπέζι ήταν πολύ ωραία εκτός απ’ το ψωμί.
- Γιατί, τι έχει το ψωμί και δεν σ’ άρεσε; Τον ρώτησε ο βασιλιάς.
- Τι αλέθετε; Ρώτησε αντί γι’ άλλη απάντηση το παλικάρι
- Σιτάρι, του απάντησε εκείνος.
- Α, τότε δεν είναι σαν το δικό μας στάρι! Εμείς έχουμε πολύ καλύτερο ψωμί απ το σιτάρι που αλέθουμε. Να χτες εκεί που καθόμουνα έπιασα μια φούχτα και την έβαλα στην τσέπη μου. Δες τι ωραίο στάρι που είναι! Είπε το παλικάρι, κι έδειξε στον βασιλιά τα χρυσωμένα σπυριά.
Ο βασιλιάς το είδε και το θαύμασε.
- Τι ωραίο σιτάρι! Αναφώνησε. Μπορείς να μου προμηθέψεις καμιά εκατοστή οκάδες, να το σπείρω στα χωράφια μου;
- Και βέβαια βασιλιά μου. Του απάντησε το παλικάρι. Μόνο που αυτό το στάρι, για να βγει καλό, πρέπει να το σπείρει άνθρωπος που δεν έχει φτερνιστεί ποτέ στην ζωή του.
- Και ποιος είναι αυτός ο άνθρωπος; Ρώτησε ο βασιλιάς.
- Μα εσύ βασιλιά μου! Του απάντησε το παλικάρι. Εσύ μόνος σου θα το σπείρεις.
- Μα κι εγώ έχω φτερνιστεί πολλές φορές στην ζωή μου! Είπε ο βασιλιάς κοιτάζοντάς τον έκπληκτος.
- Αλήθεια βασιλιά μου; Τον ρώτησε το παλικάρι. Και τότε γιατί έδιωξες την μανά μου μόνο και μόνο επειδή φτερνίστηκε την ώρα που σου σέρβιρε το γλυκό σου;
Ο βασιλιάς το κοίταξε έκπληκτος. Όταν κατάλαβε ότι το παλικάρι που είχε απέναντί του ήταν γιος του, τρελάθηκε απ’ την χαρά του. Το αγκάλιασε, κατάλαβε το λάθος που είχε κάνει, και το έστειλε την ίδια ώρα να φέρει την βασίλισσα στο παλάτι. Της ζήτησε να τον συγχωρέσει κι από τότε, μείνανε όλοι μαζί και ζήσανε αυτοί καλά, κι εμείς καλύτερα.
Μια μέρα ο βασιλιάς λέει στην βασίλισσα:
- Θέλω να μου κάνεις ένα γλυκό, μοναχή σου, με τα χεράκια σου.
- Ότι θες βασιλιά μου, του απάντησε εκείνη.
- Δεν θέλω όμως να σε βοηθήσει κανείς άλλος. Συνέχισε ο βασιλιάς. Ούτ’ ο μάγειρας του παλατιού, ούτ’ η μαγείρισσα, ούτ’ ο ζαχαροπλάστης, ούτ’ οι υπηρέτες. Κανένας άλλος, παρά μόνο εσύ.
- Θα σου κάνω το πιο νόστιμο γλυκό που έχεις φάει ποτέ! Του απάντησε η βασίλισσα.
- Ναι, αλλά θέλω όλα να τα κάμεις μόνη σου. Επέμενε ο βασιλιάς. Εσύ να το πας στον φούρνο, εσύ να το ψήσεις, εσύ να το φέρεις, εσύ να το κόψεις, εσύ να το σερβίρεις.
- Όπως θες βασιλιά μου, του ξαναπάτησε εκείνη.
Κατεβαίνει λοιπόν η βασίλισσα στο κελάρι του παλατιού, και βάζει μέσα σ’ ένα καλάθι όλα τα υλικά που θα χρειαζόταν. Μύγδαλα και καρύδια, αλεύρι και ζάχαρη, ροδόσταμο και μέλι.
Ανασκουμπώθηκε, στρώθηκε στην δουλειά, κι έκαμε ένα γλυκό, που πιο νόστιμό του άνθρωπος σ’ όλο τον κόσμο δεν είχε ματακάνει.
Το πήγε στον φούρνο, το φούρνισε, το ‘φερε στο παλάτι, το βαλε σε μια πιατέλα, και το πήγε στον βασιλιά.
Ο βασιλιάς πολύ χάρηκε, που η γυναίκα του τον φρόντιζε τόσο. Άλλωστε το γλυκό μοσχομύριζε τόσο πολύ, που με δυσκολία κρατιόταν για να μην πιάσει να το τρώει με τα χέρια!
Η βασίλισσα, έβαλε δυο πιάτα στο τραπέζι, κι ετοιμάστηκε να κόψει το γλυκό, για να σερβίρει τον βασιλιά. Την ώρα όμως που το ‘κοβε, φταρνίστηκε! Ο βασιλιάς το θεώρησε μεγάλη προσβολή, να φταρνίζεται κάποιος πάνω απ το γλυκό του, και θυμωμένος έβαλε τις φωνές.
- Δεν ντρέπεσαι να φταρνίζεσαι πάνω απ’ το γλυκό του βασιλιά; Αυτή είναι πολύ μεγάλη προσβολή!
- Δεν το ‘θελα βασιλιά μου. Αποκρίθηκε εκείνη.
Ο βασιλιάς ήταν πολύ θυμωμένος και δεν άκουγε τίποτα!
- Να σηκωθείς να φύγεις απ’ το παλάτι! Δεν θέλω να σε ξαναδώ στα μάτια μου! Μα τέτοια προσβολή!
Η βασίλισσα με κλάματα και παρακάλια προσπαθούσε να τον μεταπείσει, αλλά εκείνος δεν ήθελε ν’ ακούσει τίποτα. Έτσι είδε κι απόειδε, και πήρε των ομματίων της κι έφυγε απ’ το παλάτι. Περπατούσε μια ολόκληρη μέρα, κι έφτασε σε μια μεγάλη πολιτεία. Εκεί, βρήκε ένα χαμόσπιτο κι έμεινε μέσα. Πέρασαν λίγες μέρες, κι η βασίλισσα κατάλαβε ότι ήταν έγκυος. Δεν ήξερε τι να κάμει. Έκλαιγε μέρες και νύχτες. Στο τέλος, στερέψανε τα δάκρυά της, και το πήρε απόφαση πώς μόνη της θα μεγάλωνε το παιδί της.
Περάσανε μήνες εννιά, κι η βασίλισσα γέννησε ένα πανέμορφο αγόρι. Είχε τον ήλιο στα μαλλιά, στα μάτια το φεγγάρι. Μεγαλώνοντας, έγινε ένα παλικαράκι πανέξυπνο και γεμάτο καλοσύνη. Αγαπούσε πάρα πολύ την μητέρα του, μόνο που κάθε λίγο την ρωτούσε:
- Μάνα, γιατί όλα τα άλλα τα παιδιά έχουν πατέρα κι εγώ δεν έχω;
- Έχεις παιδί μου, του απαντούσε η βασίλισσα. Έχεις έναν πολύ καλό και σημαντικό άνθρωπο για πατέρα.
- Και που ναι ο πατέρας, μάνα; Ξαναρωτούσε το παλικαράκι.
- Είναι καπετάνιος στα καράβια, και ταξιδεύει, τ` απαντούσε εκείνη.
Το παιδί μεγάλωνε, κι όταν έγινε 17 χρονών, ήταν ένα πανέμορφο παλικάρι. Είχε πάρει την αρχοντιά του πατέρα του, και την γλύκα της μάνας του. Απ’ όπου περνούσε όλοι στέκονταν και τον καμάρωναν κι έλεγαν ότι αυτό το παιδί, δεν μπορεί παρά να κρατούσε από αρχοντική γενιά.
Όταν η μάνα του είδε πώς είχε γίνει άντρας πια, καλός και μυαλωμένος, τον κάλεσε μια μέρα, και του ‘πε όλη την αλήθεια για τον πατέρα του.
Εκείνο, ένα ολόκληρο βράδυ, σκεφτότανε την ιστορία που του πε η μάνα του και τι μπορούσε να κάνει. Ο πατέρας του είχε φερθεί πολύ άδικα, και την αδικία δεν την σήκωνε.
Όταν χάραζε η μέρα, το παλικάρι είχε βρει λύση σ’ αυτό που τον απασχολούσε. Έβαλε καθαρά ρούχα, κατέβηκε στο κελάρι, και γέμισε ένα μπουκάλι με το καλύτερο κρασί που είχαν. Πήγε στο παλάτι, κι έδωσε το μπουκάλι στον μάγειρα του βασιλιά, λέγοντας του να του το σερβίρει με το μεσημεριανό του φαγητό. Ο βασιλιάς ήπιε το κρασί με το φαγητό του και πολύ του άρεσε. Την άλλη μέρα το παλικάρι ξαναπήγε ένα μπουκάλι κρασί στον βασιλιά, κι ο βασιλιάς πολύ το ευχαριστήθηκε. Αυτό γινότανε για μια ολόκληρη βδομάδα. Στο τέλος ο βασιλιάς ρώτησε τον μάγειρά τίνος ήταν αυτό το υπέροχο κρασί, κι εκείνος του είπε ότι κάθε μέρα ένα παλικάρι του το ‘φερνε κέρασμα. Τότε εκείνος είπε ότι θέλει να γνωρίσει τον κεραστή. Έτσι κι έγινε. Την άλλη μέρα, όταν το παλικάρι πήγε το κρασί στο παλάτι, ένας υπηρέτης, τον οδήγησε μπροστά στον βασιλιά.
Εκείνος τον ευχαρίστησε για το κρασί που του έστελνε, και του είπε:
- Ποιοι είναι οι γονιοί σου παλικάρι μου; Φαίνεσαι να κρατάς από αρχοντική γενιά. Πες στον πατέρα και στην μάνα σου, να έρθουν μια μέρα να φάμε όλοι μαζί, να τους γνωρίσω κιόλας.
- Ο πατέρας μου, είναι ναυτικός και ταξιδεύει, του απάντησε το παλικάρι. Κι η μάνα μου χωρίς τον κύρη μου δεν έρχεται στο παλάτι.
Ο βασιλιάς κούνησε το κεφάλι του με κατανόηση.
- Τότε του είπε, να έρθεις μια μέρα μόνος σου. Εγώ δεν έχω παιδιά, και πολύ θα θελα να χω έναν γιο σαν κι εσένα. Να έρχεσαι λοιπόν να κάνουμε παρέα.
Κι έτσι συμφωνήσανε την άλλη μέρα να πάει το παλικάρι στο παλάτι να φάει μαζί με τον βασιλιά.
Το παλικάρι έφυγε χαμογελώντας απ’ το παλάτι. Το σχέδιο του πήγαινε καλύτερα απ’ ότι περίμενε και λογάριαζε.
Όταν γύρισε σπίτι του, πήρε απ’ το στάρι που ‘χαν στο κελάρι μια φούχτα, πήγε σ’ έναν χρυσοχόο να του το επιχρυσώσει και το ‘ριξε στην τσέπη του.
Το άλλο μεσημέρι, πήγε στο παλάτι και κάθισε στο τραπέζι μαζί με τον βασιλιά. Όταν κόντευαν να τελειώσουν το φαΐ τους, γυρίζει ο βασιλιάς και του λέει:
- Είσαι πολύ καλό και συμπαθητικό παιδί, και σ’ αγαπώ σαν παιδί μου.
- Κι εγώ σε συμπαθώ βασιλιά μου, απάντησε εκείνο, επειδή μοιάζεις με τον πατέρα μου. Κι όλα στο τραπέζι ήταν πολύ ωραία εκτός απ’ το ψωμί.
- Γιατί, τι έχει το ψωμί και δεν σ’ άρεσε; Τον ρώτησε ο βασιλιάς.
- Τι αλέθετε; Ρώτησε αντί γι’ άλλη απάντηση το παλικάρι
- Σιτάρι, του απάντησε εκείνος.
- Α, τότε δεν είναι σαν το δικό μας στάρι! Εμείς έχουμε πολύ καλύτερο ψωμί απ το σιτάρι που αλέθουμε. Να χτες εκεί που καθόμουνα έπιασα μια φούχτα και την έβαλα στην τσέπη μου. Δες τι ωραίο στάρι που είναι! Είπε το παλικάρι, κι έδειξε στον βασιλιά τα χρυσωμένα σπυριά.
Ο βασιλιάς το είδε και το θαύμασε.
- Τι ωραίο σιτάρι! Αναφώνησε. Μπορείς να μου προμηθέψεις καμιά εκατοστή οκάδες, να το σπείρω στα χωράφια μου;
- Και βέβαια βασιλιά μου. Του απάντησε το παλικάρι. Μόνο που αυτό το στάρι, για να βγει καλό, πρέπει να το σπείρει άνθρωπος που δεν έχει φτερνιστεί ποτέ στην ζωή του.
- Και ποιος είναι αυτός ο άνθρωπος; Ρώτησε ο βασιλιάς.
- Μα εσύ βασιλιά μου! Του απάντησε το παλικάρι. Εσύ μόνος σου θα το σπείρεις.
- Μα κι εγώ έχω φτερνιστεί πολλές φορές στην ζωή μου! Είπε ο βασιλιάς κοιτάζοντάς τον έκπληκτος.
- Αλήθεια βασιλιά μου; Τον ρώτησε το παλικάρι. Και τότε γιατί έδιωξες την μανά μου μόνο και μόνο επειδή φτερνίστηκε την ώρα που σου σέρβιρε το γλυκό σου;
Ο βασιλιάς το κοίταξε έκπληκτος. Όταν κατάλαβε ότι το παλικάρι που είχε απέναντί του ήταν γιος του, τρελάθηκε απ’ την χαρά του. Το αγκάλιασε, κατάλαβε το λάθος που είχε κάνει, και το έστειλε την ίδια ώρα να φέρει την βασίλισσα στο παλάτι. Της ζήτησε να τον συγχωρέσει κι από τότε, μείνανε όλοι μαζί και ζήσανε αυτοί καλά, κι εμείς καλύτερα.
Τα τρία αδέρφια
Μια φορά κι έναν καιρό, σ έναν τόπο πολύ μακριά από δω, ήταν ένας γέρος βασιλιάς. Ένας βασιλιάς που για πολλά χρόνια κυβερνούσε με σύνεση και σοφία το βασίλειό του
Αυτός ο βασιλιάς, είχε τρεις γιους. Τους κάλεσε λοιπόν μια μέρα και τους είπε
- Παιδιά μου, εγώ γέρασα πια και δεν μπορώ να κυβερνήσω. Άλλωστε θέλω να περάσω με ησυχία όσα χρόνια μου μένουν. Έτσι πρέπει κάποιος από σας να γίνει βασιλιάς. Επειδή όμως είστε και οι τρεις εξ ίσου συνετοί και σας αγαπάω το ίδιο, δεν μπορώ να ορίσω ποιος θα πάρει την θέση μου. Πρέπει λοιπόν, από μόνοι σας ν αποφασίσετε για το ποιος θα με διαδεχθεί.
Τα τρία αδέρφια το σκέφτηκαν μέρες και νύχτες, αλλά δεν μπόρεσαν να φτάσουν σε μια απόφαση. Θέλανε κι οι τρεις να γίνουν βασιλιάδες, κι ο καθένας πίστευε ότι θα ήταν καλύτερος βασιλιάς απ τα αδέρφια του.
Συναντήθηκαν λοιπόν μια μέρα για ν αποφασίσουν τι θα κάνουν.
- Εγώ θα γίνω βασιλιάς, λέει ο πρώτος, που είμαι και μεγαλύτερος.
- Όχι, εγώ! Λέει ο δεύτερος, που είμαι ο πιο μορφωμένος
- Όχι αδέρφια μου, λέει ο τρίτος. Εγώ πρέπει να γίνω βασιλιάς που είμαι και ο πιο τολμηρός.
Κι έτσι αποτέλεσμα δεν έβγαλα……
Αφού λοιπόν είδε και απόειδε ο βασιλιάς, ότι τα παιδία του δεν μπορούσαν ν αποφασίσουν από μόνα τους, τα κάλεσε και τους είπε:
- Θα ξεκινήσετε και οι τρεις για ταξίδι μακρινό. Σαν γυρίσετε, ο καθένας από σας, θέλω να μου φέρει ένα δώρο. Που να ναι χρήσιμο και καλό. Όποιος μου φέρει το καλύτερο, αυτός θα γίνει βασιλιάς.
Στ αδέρφια δεν πολυάρεσε αυτό, αλλά δεν μπορούσαν να κάνουν κι αλλιώς. Κι έτσι, ετοιμάστηκαν, φόρτωσαν από ένα άλογο φλουριά, και ξεκίνησαν για το ταξίδι…..
Ο πρώτος πήρε τον δρόμο που οδηγούσε πίσω απ τα βουνά, εκεί που κανένας δεν είχε ματαπάει.
Ο δεύτερος πήγε κατά κει που ανέτελλε ο ήλιος.
Κι ο τρίτος και μικρότερος, μπήκε σ ένα καράβι και ξεκίνησε να πάει κει που έβγαινε το φεγγάρι.
Ο πρώτος δρόμο παίρνει δρόμο αφήνει, και φτάνει σ ένα μέρος, που οι άνθρωποι καλλιεργούσαν κάτι δέντρα σαν τα δικά μας, αλλά που έκαναν κάτι φρούτα τεραστία. Τόσο μεγάλα, που μ ένα πορτοκάλι μπορούσαν να φάνε 10 άνθρωποι.
Εκεί βλέπει μια μηλιά που πάνω της είχε ένα και μόνο μήλο. Ένα μήλο όμως τόσο μεγάλο σαν το κεφάλι μικρού παιδιού. Θέλησε να τα αγοράσει. Αυτός που το πουλούσε, του ζήτησε όλα τα φλουριά του.
- Γιατί είναι τόσο ακριβό; Ρώτησε το παλικάρι
- Γιατί αυτό, δεν είναι ένα απλό μήλο, του απάντησε εκείνος, αλλά ένα μήλο μαγικό. Αν το βάλεις δίπλα σ έναν πεθαμένο πριν τον θάψουν, αυτός θ αναστηθεί,.
Ο πρώτος γιος, ενθουσιάστηκε και το αγορασε.
Δρόμο παίρνει, δρόμο αφήνει ο δεύτερος γιος, και φτάνει στην άκρη της θάλασσας. Εκεί βρίσκει μια γρια, που καθότανε και στον αργαλειό της ύφαινε χαλιά. Δίπλα της ήταν απλωμένο ένα χαλί με σχέδια από πούλια και δέντρα, με ήλιους και φεγγάρια. Στο παλικάρι άρεσε παρά πολύ και θέλησε να το αγοράσει. Η γρια του ζήτησε όλα του τα φλουριά για να του το πουλήσει.
- Γιατί είναι τόσο ακριβό; Ρώτησε το παλικάρι
- Γιατί αυτό δεν είναι ένα απλό χαλί, του απάντησε η γρια. Είναι ένα χαλί μαγικό. Αν ανέβεις πάνω του και του ζητήσεις να σε πάει κάπου, εκείνο σε πηγαίνει την ίδια ώρα.
Το παλικάρι ενθουσιάστηκε, και το αγόρασε.
Ο τρίτος γιος, αρμένιζε μέρες ολόκληρες. Ένα πρωί έφτασε σ ένα νησί, που πάνω του είχε χτισμένο μόνο ένα παλάτι. Μπήκε μέσα κι εκεί είδε μια όμορφη κοπέλα να κοιτάζεται στον καθρέφτη της. Ήταν ένας καθρέφτης που ποιο όμορφό του δεν είχε δει πουθενά. Γυάλιζε κι αστραποβολούσε κάτω απ το πρωινό φως. Στο παλικάρι άρεσε πάρα πολύ και θέλησε να τον αγοράσει. Η κοπέλα του ζήτησε όλα του τα φλουριά για να του τον δώσει
- Γιατί είναι τόσο ακριβός; Ρώτησε το παλικάρι
- Γιατί αυτός δεν είναι ένας συνηθισμένος καθρέφτης, του απάντησε η κοπέλα. Είναι μαγικός. Αν θέλεις να δεις κάποιον, όσο μακριά κι αν βρίσκεται αυτός, κοιτάς μέσα και βλέπεις τι κάνει.
Το παλικάρι ενθουσιάστηκε, και το αγόρασε.
Αφού πια είχαν βρει και οι τρεις ότι έψαχναν, συναντήθηκαν στην πόλη που είχαν από πριν συμφωνήσει. Εκεί γεμάτοι περηφάνια και σιγουριά, ότι ο καθένας τους είχε βρει και το καλύτερο δώρο για τον γέρο πατέρα τους, έδειξαν ο ένας στον άλλον τι αγόρασαν.
Ο τρίτος που είχε τον μαγικό καθρέφτη είπε:
- Ας δούμε τι κάνει ο πατέρας μας, τόσο καιρό που λείπουμε.
Κοιτάζουν λοιπόν και τι να δουν! Ο γέρος βασιλιάς είχε πεθάνει και στο παλάτι ετοίμαζαν την κηδεία του!
- Έχω το μήλο αλλά δεν μπορώ να τον αναστήσω…. Λέει γεμάτος στεναχώρια ο πρώτος γιος.
- Έχω το μαγικό χαλί! Λέει ο δεύτερος. Αυτό θα μας πάει γρήγορα στο παλάτι!
Και πραγματικά, χωρίς δεύτερη σκέψη, ανεβαίνουν και οι τρεις πάνω στο μαγικό χαλί και μέχρι να ανοιγοκλείσουν τα μάτια τους, βρέθηκαν δίπλα στον πατέρα τους. Εκεί, ο πρώτος γιος, έβαλε δίπλα στο προσκεφάλι του το μαγικό μήλο, κι ο γέρος βασιλιάς άνοιξε αμέσως τα μάτια του, και σηκώθηκε ολοζώντανος μπροστά τους!
Όταν οι γιοι του του διηγήθηκαν τι είχε συμβεί, εκείνος τους ευχαρίστησε, αλλά τους είπε ότι πάλι δεν μπορούσε ν αποφασίσει ποιος θα γινόταν βασιλιάς, επειδή τα δώρα και των τριών του ξανάδωσαν πίσω την ζωή. Τότε οι γιοι του κοιτάχτηκαν στα μάτια, χαμογέλασαν και του είπαν:
- Εμείς αποφασίσαμε πατέρα τι θα γίνει. Αν έλειπε ένας απ τους τρεις μας, οι άλλοι δυο δεν θα μπορούσαμε να σε αναστήσουμε, όσο πολύ κι αν το θέλαμε. Τα καταφέραμε επειδή ενώσαμε τις δυνάμεις μας. Έτσι θα κάνουμε κι από δω και μπρος. Θα κυβερνάμε κι οι τρεις μαζί το βασίλειό μας.
Ο γέρος βασιλιάς, χαμογέλασε ευχαριστημένος. Έδωσε την ευχή του στους γιους του, οι οποίοι κυβέρνησαν το βασίλειό τους με σύνεση και σοφία για πολλά πολλά χρόνια.
Κι έζησαν αυτοί καλά, κι εμείς καλύτερα.
Αυτός ο βασιλιάς, είχε τρεις γιους. Τους κάλεσε λοιπόν μια μέρα και τους είπε
- Παιδιά μου, εγώ γέρασα πια και δεν μπορώ να κυβερνήσω. Άλλωστε θέλω να περάσω με ησυχία όσα χρόνια μου μένουν. Έτσι πρέπει κάποιος από σας να γίνει βασιλιάς. Επειδή όμως είστε και οι τρεις εξ ίσου συνετοί και σας αγαπάω το ίδιο, δεν μπορώ να ορίσω ποιος θα πάρει την θέση μου. Πρέπει λοιπόν, από μόνοι σας ν αποφασίσετε για το ποιος θα με διαδεχθεί.
Τα τρία αδέρφια το σκέφτηκαν μέρες και νύχτες, αλλά δεν μπόρεσαν να φτάσουν σε μια απόφαση. Θέλανε κι οι τρεις να γίνουν βασιλιάδες, κι ο καθένας πίστευε ότι θα ήταν καλύτερος βασιλιάς απ τα αδέρφια του.
Συναντήθηκαν λοιπόν μια μέρα για ν αποφασίσουν τι θα κάνουν.
- Εγώ θα γίνω βασιλιάς, λέει ο πρώτος, που είμαι και μεγαλύτερος.
- Όχι, εγώ! Λέει ο δεύτερος, που είμαι ο πιο μορφωμένος
- Όχι αδέρφια μου, λέει ο τρίτος. Εγώ πρέπει να γίνω βασιλιάς που είμαι και ο πιο τολμηρός.
Κι έτσι αποτέλεσμα δεν έβγαλα……
Αφού λοιπόν είδε και απόειδε ο βασιλιάς, ότι τα παιδία του δεν μπορούσαν ν αποφασίσουν από μόνα τους, τα κάλεσε και τους είπε:
- Θα ξεκινήσετε και οι τρεις για ταξίδι μακρινό. Σαν γυρίσετε, ο καθένας από σας, θέλω να μου φέρει ένα δώρο. Που να ναι χρήσιμο και καλό. Όποιος μου φέρει το καλύτερο, αυτός θα γίνει βασιλιάς.
Στ αδέρφια δεν πολυάρεσε αυτό, αλλά δεν μπορούσαν να κάνουν κι αλλιώς. Κι έτσι, ετοιμάστηκαν, φόρτωσαν από ένα άλογο φλουριά, και ξεκίνησαν για το ταξίδι…..
Ο πρώτος πήρε τον δρόμο που οδηγούσε πίσω απ τα βουνά, εκεί που κανένας δεν είχε ματαπάει.
Ο δεύτερος πήγε κατά κει που ανέτελλε ο ήλιος.
Κι ο τρίτος και μικρότερος, μπήκε σ ένα καράβι και ξεκίνησε να πάει κει που έβγαινε το φεγγάρι.
Ο πρώτος δρόμο παίρνει δρόμο αφήνει, και φτάνει σ ένα μέρος, που οι άνθρωποι καλλιεργούσαν κάτι δέντρα σαν τα δικά μας, αλλά που έκαναν κάτι φρούτα τεραστία. Τόσο μεγάλα, που μ ένα πορτοκάλι μπορούσαν να φάνε 10 άνθρωποι.
Εκεί βλέπει μια μηλιά που πάνω της είχε ένα και μόνο μήλο. Ένα μήλο όμως τόσο μεγάλο σαν το κεφάλι μικρού παιδιού. Θέλησε να τα αγοράσει. Αυτός που το πουλούσε, του ζήτησε όλα τα φλουριά του.
- Γιατί είναι τόσο ακριβό; Ρώτησε το παλικάρι
- Γιατί αυτό, δεν είναι ένα απλό μήλο, του απάντησε εκείνος, αλλά ένα μήλο μαγικό. Αν το βάλεις δίπλα σ έναν πεθαμένο πριν τον θάψουν, αυτός θ αναστηθεί,.
Ο πρώτος γιος, ενθουσιάστηκε και το αγορασε.
Δρόμο παίρνει, δρόμο αφήνει ο δεύτερος γιος, και φτάνει στην άκρη της θάλασσας. Εκεί βρίσκει μια γρια, που καθότανε και στον αργαλειό της ύφαινε χαλιά. Δίπλα της ήταν απλωμένο ένα χαλί με σχέδια από πούλια και δέντρα, με ήλιους και φεγγάρια. Στο παλικάρι άρεσε παρά πολύ και θέλησε να το αγοράσει. Η γρια του ζήτησε όλα του τα φλουριά για να του το πουλήσει.
- Γιατί είναι τόσο ακριβό; Ρώτησε το παλικάρι
- Γιατί αυτό δεν είναι ένα απλό χαλί, του απάντησε η γρια. Είναι ένα χαλί μαγικό. Αν ανέβεις πάνω του και του ζητήσεις να σε πάει κάπου, εκείνο σε πηγαίνει την ίδια ώρα.
Το παλικάρι ενθουσιάστηκε, και το αγόρασε.
Ο τρίτος γιος, αρμένιζε μέρες ολόκληρες. Ένα πρωί έφτασε σ ένα νησί, που πάνω του είχε χτισμένο μόνο ένα παλάτι. Μπήκε μέσα κι εκεί είδε μια όμορφη κοπέλα να κοιτάζεται στον καθρέφτη της. Ήταν ένας καθρέφτης που ποιο όμορφό του δεν είχε δει πουθενά. Γυάλιζε κι αστραποβολούσε κάτω απ το πρωινό φως. Στο παλικάρι άρεσε πάρα πολύ και θέλησε να τον αγοράσει. Η κοπέλα του ζήτησε όλα του τα φλουριά για να του τον δώσει
- Γιατί είναι τόσο ακριβός; Ρώτησε το παλικάρι
- Γιατί αυτός δεν είναι ένας συνηθισμένος καθρέφτης, του απάντησε η κοπέλα. Είναι μαγικός. Αν θέλεις να δεις κάποιον, όσο μακριά κι αν βρίσκεται αυτός, κοιτάς μέσα και βλέπεις τι κάνει.
Το παλικάρι ενθουσιάστηκε, και το αγόρασε.
Αφού πια είχαν βρει και οι τρεις ότι έψαχναν, συναντήθηκαν στην πόλη που είχαν από πριν συμφωνήσει. Εκεί γεμάτοι περηφάνια και σιγουριά, ότι ο καθένας τους είχε βρει και το καλύτερο δώρο για τον γέρο πατέρα τους, έδειξαν ο ένας στον άλλον τι αγόρασαν.
Ο τρίτος που είχε τον μαγικό καθρέφτη είπε:
- Ας δούμε τι κάνει ο πατέρας μας, τόσο καιρό που λείπουμε.
Κοιτάζουν λοιπόν και τι να δουν! Ο γέρος βασιλιάς είχε πεθάνει και στο παλάτι ετοίμαζαν την κηδεία του!
- Έχω το μήλο αλλά δεν μπορώ να τον αναστήσω…. Λέει γεμάτος στεναχώρια ο πρώτος γιος.
- Έχω το μαγικό χαλί! Λέει ο δεύτερος. Αυτό θα μας πάει γρήγορα στο παλάτι!
Και πραγματικά, χωρίς δεύτερη σκέψη, ανεβαίνουν και οι τρεις πάνω στο μαγικό χαλί και μέχρι να ανοιγοκλείσουν τα μάτια τους, βρέθηκαν δίπλα στον πατέρα τους. Εκεί, ο πρώτος γιος, έβαλε δίπλα στο προσκεφάλι του το μαγικό μήλο, κι ο γέρος βασιλιάς άνοιξε αμέσως τα μάτια του, και σηκώθηκε ολοζώντανος μπροστά τους!
Όταν οι γιοι του του διηγήθηκαν τι είχε συμβεί, εκείνος τους ευχαρίστησε, αλλά τους είπε ότι πάλι δεν μπορούσε ν αποφασίσει ποιος θα γινόταν βασιλιάς, επειδή τα δώρα και των τριών του ξανάδωσαν πίσω την ζωή. Τότε οι γιοι του κοιτάχτηκαν στα μάτια, χαμογέλασαν και του είπαν:
- Εμείς αποφασίσαμε πατέρα τι θα γίνει. Αν έλειπε ένας απ τους τρεις μας, οι άλλοι δυο δεν θα μπορούσαμε να σε αναστήσουμε, όσο πολύ κι αν το θέλαμε. Τα καταφέραμε επειδή ενώσαμε τις δυνάμεις μας. Έτσι θα κάνουμε κι από δω και μπρος. Θα κυβερνάμε κι οι τρεις μαζί το βασίλειό μας.
Ο γέρος βασιλιάς, χαμογέλασε ευχαριστημένος. Έδωσε την ευχή του στους γιους του, οι οποίοι κυβέρνησαν το βασίλειό τους με σύνεση και σοφία για πολλά πολλά χρόνια.
Κι έζησαν αυτοί καλά, κι εμείς καλύτερα.
Το βασιλόπουλο με τα γαϊδουρινά αυτιά
Μια φορά κι έναν καιρό, σ’ ένα βασίλειο πολύ μακριά από δω, ζούσε ένας βασιλιάς και μια βασίλισσα που ήταν πολύ λυπημένοι γιατί δεν είχαν παιδιά.
Όταν ο βασιλιάς είδε κι απόειδε, πήγε σ’ ένα μακρινό δάσος ν’ ανταμώσει τρεις νεράιδες που μένανε εκεί, και που κατά πώς λέγανε, κάνανε τις επιθυμίες των ανθρώπων πραγματικότητα.
Πραγματικά τις βρήκε και τις παρακάλεσε να του δώσουν ένα παιδί. Εκείνες τον λυπήθηκαν και του έταξαν ότι σε έναν χρόνο και μια μέρα, η βασίλισσα θα γεννούσε ένα αγόρι.
Πραγματικά σ’ έναν χρόνο και μια μέρα ακριβώς, ούτε μέρα πάνω ή κάτω, η βασίλισσα γέννησε ένα όμορφο μωρό.
Την ίδια νύχτα, οι τρεις νεράιδες φάνηκαν μπροστά στην κούνια του, για να του δώσουν τις ευχές τους.
Η πρώτη νεράιδα είπε:
- Θα ‘σαι το πιο όμορφο βασιλόπουλο του κόσμου!
Η δεύτερη νεράιδα είπε:
- Θα είσαι σοφός και τίμιος!
Η τρίτη νεράιδα, σαν άκουσε τις αδερφές της να δίνουν τόσα χαρίσματα στο παλικάρι, σκέφτηκε και είπε:
- Θα τα χεις όλα αυτά, μα θα ‘χεις και γαϊδουρινά αυτιά, για να μην γίνεις ποτέ περήφανος και φαντασμένος.
Οι τρεις νεράιδες σαν απόκαναν τις ευχές τους, σηκώθηκαν κι έφυγαν.
Και πραγματικά το παλικαράκι μεγάλωνε και γινότανε όμορφο και μυαλωμένο. Μα ταυτόχρονα μεγαλώνανε και τα αυτιά του.
Ο βασιλιάς κι η βασίλισσα το έβλεπαν αυτό και ήταν πολύ στεναχωρημένοι. Δεν μπορούσαν να το χωνέψουν ότι το δικό τους παιδί, το βασιλόπουλο, είχε γαϊδουρινά αυτιά! Φοβόταν ότι αν το καταλάβαιναν αυτό και οι υπήκοοί τους, ούτε θ’ αγαπούσαν ούτε θα σέβονταν το βασιλόπουλο. Άσε που θα το κορόιδευαν. Έτσι του φορούσαν συνέχεια ένα ειδικό κασκέτο, που έκρυβε τα αυτιά του και κανείς άλλος εκτός από εκείνους δεν ήξερε αυτό το φοβερό μυστικό.
Έτσι το μυστικό αυτό έμεινε μυστικό για πάρα πολλά χρόνια και κανείς δεν το είχε καταλάβει. Κι όλοι αγαπούσαν το βασιλόπουλο, γιατί ήταν όμορφο, καλόκαρδο και μυαλωμένο κι όλοι περίμεναν πώς και πώς να μεγαλώσει για να γίνει βασιλιάς. Και το βασιλόπουλο μεγάλωνε. Μέχρι που έγινε ένα πανέμορφο παλικάρι. Μαζί όμως μεγάλωναν και τα αυτιά, αλλά και τα μαλλιά του! Κι όσο ήταν μικρό, δεν πείραζε που τα μαλλιά του ήταν μακριά, σαν κοριτσιού. Τώρα όμως που είχε μεγαλώσει, δεν μπορούσε να συνεχιστεί αυτό και έπρεπε να κουρευτεί.
Ο βασιλιάς ένα ολόκληρο βράδυ σκεφτότανε τι να κάνει.
Και την άλλη μέρα το πρωί, έστειλε και φωνάξανε τον καλύτερο κουρέα του βασιλείου του και του είπε:
- Αποφάσισα να σε κάνω πριγκιπικό κουρέα. Η δουλειά σου δεν θα είναι δύσκολη. Κάθε μέρα θα ξυρίζεις τον πρίγκιπα, και μια φορά την βδομάδα θα τον κουρεύεις. Θα ζεις στο παλάτι, θα πληρώνεσαι καλά και θα περνάς βασιλικά. Όμως πρόσεχε. Αν πεις κουβέντα απ’ όσα δεις εδώ μέσα, θα σε τιμωρήσω πολύ σκληρά!
Ο κουρέας δεν πίστευε στην τύχη του, και φυσικά δέχθηκε, δίνοντας όρκο βαρύ, ότι ποτέ τίποτα απ’ όσα θα έβλεπε δεν θα έλεγε σε άνθρωπο.
Κι έτσι έγινε ο «Επίσημος Πριγκιπικός Κουρέας». Πολλοί τον ζηλεύανε, και δεν είχανε κι άδικο, γιατί πραγματικά περνούσε σαν βασιλιάς. Όμως το μυστικό που έπρεπε να κρατάει, ήτανε βαρύ. Δεν μπορούσε να το αντέξει. Ένιωθε να τον πνίγει. Κάπου έπρεπε να πει για τα γαϊδουρινά αυτιά του πρίγκιπα! Όμως είχε κάνει όρκο, κι άλλωστε φοβότανε και την τιμωρία του βασιλιά. Έτσι μια μέρα αποφάσισε να πάει να ζητήσει την συμβουλή ενός ερημίτη που ζούσε ψηλά σ’ ένα βουνό και άνθρωπο δεν έβλεπε.
Ο ερημίτης, αφού τον άκουσε τον ορμήνεψε:
- Αν τόσο πολύ σε βαραίνει το μυστικό αυτό, άντε σε μια ερημιά, άνοιξε μια βαθιά τρύπα στην γη, και πες της το μυστικό σου. Μετά κλείσε την τρύπα, κι η γη πουθενά δεν θα το πει και δεν θα σε προδώσει.
Ο κουρέας τον ευχαρίστησε, κι έκανε όπως του είπε. Και πραγματικά. Η ορμήνια του γέρου σοφού ήτανε πολύ καλή. Μόλις είπε το μυστικό του στην γη, ένιωσε πολύ καλύτερα. Ξαναγέμισε την τρύπα με χώμα και γύρισε στο παλάτι τραγουδώντας.
Όμως εκεί στην γη, σε λίγο καιρό φύτρωσαν μερικά όμορφα καλάμια. Μια μέρα περνούσαν από κει κάποιοι βοσκοί, και καθώς τα είδαν, έκοψαν μερικά για να κάνουν φλογέρες. Όμως, όταν έπιασαν να παίζουν τις φλογέρες τους, εκείνες μόνο ένα παράξενο τραγούδι έβγαζαν:
Το βασιλόπουλό μας, γαϊδουρινά αυτιά έχει…
Το βασιλόπουλό μας, γαϊδουρινά αυτιά έχει…
Τίποτα άλλο.
Κι όπως καταλαβαίνετε, δεν χρειάστηκε πολύς καιρός, να μαθευτεί σ’ ολόκληρη την χώρα η ιστορία με τις φλογέρες των βοσκών που τραγουδούσαν, καθώς και το τραγούδι που έλεγαν. Κι όπως ήταν φυσικό, έφτασε και στ’ αυτιά του βασιλιά.
Εκείνος κάλεσε τους βοσκούς στο παλάτι και τους διέταξε να του παίξουν έναν σκοπό. Όμως όσο κι αν προσπαθούσαν μόνο ένα τραγούδι έβγαινε απ’ τις φλογέρες τους:
Το βασιλόπουλό μας, γαϊδουρινά αυτιά έχει…
Το βασιλόπουλό μας, γαϊδουρινά αυτιά έχει…
Ο βασιλιάς δοκίμασε να παίξει κι εκείνος, όμως το μόνο που έβγαινε απ τις φλογέρες, ήταν το ίδιο παράξενο τραγούδι. Τότε κατάλαβε ότι ο κουρέας είχε προδώσει το μυστικό τους και διέταξε να του πάρουν το κεφάλι.
Όμως το βασιλόπουλο που άκουσε την διαταγή του πατέρα του, σηκώθηκε και βγάζοντας το κασκέτο που φορούσε είπε:
- Όχι πατέρα. Δεν είναι δίκαιο να σκοτώσεις αυτό τον άνθρωπο επειδή είπε την αλήθεια. Το ότι έχω γαϊδουρινά αυτιά, δεν σημαίνει ότι δεν μπορώ να γίνω και καλός βασιλιάς και να κυβερνήσω με σοφία, σύνεση κι αγάπη.
Ο βασιλιάς ακούγοντας τα λόγια του γιου του κατάλαβε πόσο δίκιο είχε, και διέταξε ν’ αφήσουν ελεύθερο τον κουρέα. Τότε, ξαφνικά, μπροστά στα μάτια όλων έγινε ένα θαύμα! Τα γαϊδουρινά αυτιά του βασιλόπουλου εξαφανίστηκαν στην στιγμή, και την θέση τους πήραν μικρά ανθρώπινα αυτιά! Η χαρά του βασιλιά και της βασίλισσας ήταν μεγάλη! Το ίδιο και όλων όσων ήταν παρόντες, επειδή όλοι αγαπούσαν το βασιλόπουλο για την καλοσύνη του και κανείς δεν ήθελε να ‘ναι στεναχωρημένο. Την ίδια ώρα, οι φλογέρες σταμάτησαν να παίζουν εκείνο το παράξενο τραγούδι και δεν το έπαιξαν ποτέ ξανά.
Τώρα βέβαια θ’ αναρωτιέστε τι είχε συμβεί. Θα σας πω. Η τρίτη νεράιδα, όταν άκουσε το βασιλόπουλο να μιλά έτσι, κατάλαβε ότι δεν είχε ίχνος κακής περηφάνιας μέσα του, κι ότι πραγματικά ήταν ένα σοφό και δίκαιο παλικάρι. Και κατάλαβε ότι δεν χρειάζονταν τα γαϊδουρινά αυτιά για να συνεχίσει να είναι ταπεινός και σωστός άνθρωπος. Έτσι, έλυσε τα μάγια, κι όλοι ήταν πολύ ευχαριστημένοι από τότε.
Η ιστορία αυτή πέρασε από στόμα σε στόμα και τα παιδιά για πολλά χρόνια προσπαθούσαν να κάνουν τις φλογέρες να παίξουν το περίεργο τραγούδι τους.
Όμως εκείνες δεν το ξανάπαιξαν ποτέ. Κι έζησαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα.
Όταν ο βασιλιάς είδε κι απόειδε, πήγε σ’ ένα μακρινό δάσος ν’ ανταμώσει τρεις νεράιδες που μένανε εκεί, και που κατά πώς λέγανε, κάνανε τις επιθυμίες των ανθρώπων πραγματικότητα.
Πραγματικά τις βρήκε και τις παρακάλεσε να του δώσουν ένα παιδί. Εκείνες τον λυπήθηκαν και του έταξαν ότι σε έναν χρόνο και μια μέρα, η βασίλισσα θα γεννούσε ένα αγόρι.
Πραγματικά σ’ έναν χρόνο και μια μέρα ακριβώς, ούτε μέρα πάνω ή κάτω, η βασίλισσα γέννησε ένα όμορφο μωρό.
Την ίδια νύχτα, οι τρεις νεράιδες φάνηκαν μπροστά στην κούνια του, για να του δώσουν τις ευχές τους.
Η πρώτη νεράιδα είπε:
- Θα ‘σαι το πιο όμορφο βασιλόπουλο του κόσμου!
Η δεύτερη νεράιδα είπε:
- Θα είσαι σοφός και τίμιος!
Η τρίτη νεράιδα, σαν άκουσε τις αδερφές της να δίνουν τόσα χαρίσματα στο παλικάρι, σκέφτηκε και είπε:
- Θα τα χεις όλα αυτά, μα θα ‘χεις και γαϊδουρινά αυτιά, για να μην γίνεις ποτέ περήφανος και φαντασμένος.
Οι τρεις νεράιδες σαν απόκαναν τις ευχές τους, σηκώθηκαν κι έφυγαν.
Και πραγματικά το παλικαράκι μεγάλωνε και γινότανε όμορφο και μυαλωμένο. Μα ταυτόχρονα μεγαλώνανε και τα αυτιά του.
Ο βασιλιάς κι η βασίλισσα το έβλεπαν αυτό και ήταν πολύ στεναχωρημένοι. Δεν μπορούσαν να το χωνέψουν ότι το δικό τους παιδί, το βασιλόπουλο, είχε γαϊδουρινά αυτιά! Φοβόταν ότι αν το καταλάβαιναν αυτό και οι υπήκοοί τους, ούτε θ’ αγαπούσαν ούτε θα σέβονταν το βασιλόπουλο. Άσε που θα το κορόιδευαν. Έτσι του φορούσαν συνέχεια ένα ειδικό κασκέτο, που έκρυβε τα αυτιά του και κανείς άλλος εκτός από εκείνους δεν ήξερε αυτό το φοβερό μυστικό.
Έτσι το μυστικό αυτό έμεινε μυστικό για πάρα πολλά χρόνια και κανείς δεν το είχε καταλάβει. Κι όλοι αγαπούσαν το βασιλόπουλο, γιατί ήταν όμορφο, καλόκαρδο και μυαλωμένο κι όλοι περίμεναν πώς και πώς να μεγαλώσει για να γίνει βασιλιάς. Και το βασιλόπουλο μεγάλωνε. Μέχρι που έγινε ένα πανέμορφο παλικάρι. Μαζί όμως μεγάλωναν και τα αυτιά, αλλά και τα μαλλιά του! Κι όσο ήταν μικρό, δεν πείραζε που τα μαλλιά του ήταν μακριά, σαν κοριτσιού. Τώρα όμως που είχε μεγαλώσει, δεν μπορούσε να συνεχιστεί αυτό και έπρεπε να κουρευτεί.
Ο βασιλιάς ένα ολόκληρο βράδυ σκεφτότανε τι να κάνει.
Και την άλλη μέρα το πρωί, έστειλε και φωνάξανε τον καλύτερο κουρέα του βασιλείου του και του είπε:
- Αποφάσισα να σε κάνω πριγκιπικό κουρέα. Η δουλειά σου δεν θα είναι δύσκολη. Κάθε μέρα θα ξυρίζεις τον πρίγκιπα, και μια φορά την βδομάδα θα τον κουρεύεις. Θα ζεις στο παλάτι, θα πληρώνεσαι καλά και θα περνάς βασιλικά. Όμως πρόσεχε. Αν πεις κουβέντα απ’ όσα δεις εδώ μέσα, θα σε τιμωρήσω πολύ σκληρά!
Ο κουρέας δεν πίστευε στην τύχη του, και φυσικά δέχθηκε, δίνοντας όρκο βαρύ, ότι ποτέ τίποτα απ’ όσα θα έβλεπε δεν θα έλεγε σε άνθρωπο.
Κι έτσι έγινε ο «Επίσημος Πριγκιπικός Κουρέας». Πολλοί τον ζηλεύανε, και δεν είχανε κι άδικο, γιατί πραγματικά περνούσε σαν βασιλιάς. Όμως το μυστικό που έπρεπε να κρατάει, ήτανε βαρύ. Δεν μπορούσε να το αντέξει. Ένιωθε να τον πνίγει. Κάπου έπρεπε να πει για τα γαϊδουρινά αυτιά του πρίγκιπα! Όμως είχε κάνει όρκο, κι άλλωστε φοβότανε και την τιμωρία του βασιλιά. Έτσι μια μέρα αποφάσισε να πάει να ζητήσει την συμβουλή ενός ερημίτη που ζούσε ψηλά σ’ ένα βουνό και άνθρωπο δεν έβλεπε.
Ο ερημίτης, αφού τον άκουσε τον ορμήνεψε:
- Αν τόσο πολύ σε βαραίνει το μυστικό αυτό, άντε σε μια ερημιά, άνοιξε μια βαθιά τρύπα στην γη, και πες της το μυστικό σου. Μετά κλείσε την τρύπα, κι η γη πουθενά δεν θα το πει και δεν θα σε προδώσει.
Ο κουρέας τον ευχαρίστησε, κι έκανε όπως του είπε. Και πραγματικά. Η ορμήνια του γέρου σοφού ήτανε πολύ καλή. Μόλις είπε το μυστικό του στην γη, ένιωσε πολύ καλύτερα. Ξαναγέμισε την τρύπα με χώμα και γύρισε στο παλάτι τραγουδώντας.
Όμως εκεί στην γη, σε λίγο καιρό φύτρωσαν μερικά όμορφα καλάμια. Μια μέρα περνούσαν από κει κάποιοι βοσκοί, και καθώς τα είδαν, έκοψαν μερικά για να κάνουν φλογέρες. Όμως, όταν έπιασαν να παίζουν τις φλογέρες τους, εκείνες μόνο ένα παράξενο τραγούδι έβγαζαν:
Το βασιλόπουλό μας, γαϊδουρινά αυτιά έχει…
Το βασιλόπουλό μας, γαϊδουρινά αυτιά έχει…
Τίποτα άλλο.
Κι όπως καταλαβαίνετε, δεν χρειάστηκε πολύς καιρός, να μαθευτεί σ’ ολόκληρη την χώρα η ιστορία με τις φλογέρες των βοσκών που τραγουδούσαν, καθώς και το τραγούδι που έλεγαν. Κι όπως ήταν φυσικό, έφτασε και στ’ αυτιά του βασιλιά.
Εκείνος κάλεσε τους βοσκούς στο παλάτι και τους διέταξε να του παίξουν έναν σκοπό. Όμως όσο κι αν προσπαθούσαν μόνο ένα τραγούδι έβγαινε απ’ τις φλογέρες τους:
Το βασιλόπουλό μας, γαϊδουρινά αυτιά έχει…
Το βασιλόπουλό μας, γαϊδουρινά αυτιά έχει…
Ο βασιλιάς δοκίμασε να παίξει κι εκείνος, όμως το μόνο που έβγαινε απ τις φλογέρες, ήταν το ίδιο παράξενο τραγούδι. Τότε κατάλαβε ότι ο κουρέας είχε προδώσει το μυστικό τους και διέταξε να του πάρουν το κεφάλι.
Όμως το βασιλόπουλο που άκουσε την διαταγή του πατέρα του, σηκώθηκε και βγάζοντας το κασκέτο που φορούσε είπε:
- Όχι πατέρα. Δεν είναι δίκαιο να σκοτώσεις αυτό τον άνθρωπο επειδή είπε την αλήθεια. Το ότι έχω γαϊδουρινά αυτιά, δεν σημαίνει ότι δεν μπορώ να γίνω και καλός βασιλιάς και να κυβερνήσω με σοφία, σύνεση κι αγάπη.
Ο βασιλιάς ακούγοντας τα λόγια του γιου του κατάλαβε πόσο δίκιο είχε, και διέταξε ν’ αφήσουν ελεύθερο τον κουρέα. Τότε, ξαφνικά, μπροστά στα μάτια όλων έγινε ένα θαύμα! Τα γαϊδουρινά αυτιά του βασιλόπουλου εξαφανίστηκαν στην στιγμή, και την θέση τους πήραν μικρά ανθρώπινα αυτιά! Η χαρά του βασιλιά και της βασίλισσας ήταν μεγάλη! Το ίδιο και όλων όσων ήταν παρόντες, επειδή όλοι αγαπούσαν το βασιλόπουλο για την καλοσύνη του και κανείς δεν ήθελε να ‘ναι στεναχωρημένο. Την ίδια ώρα, οι φλογέρες σταμάτησαν να παίζουν εκείνο το παράξενο τραγούδι και δεν το έπαιξαν ποτέ ξανά.
Τώρα βέβαια θ’ αναρωτιέστε τι είχε συμβεί. Θα σας πω. Η τρίτη νεράιδα, όταν άκουσε το βασιλόπουλο να μιλά έτσι, κατάλαβε ότι δεν είχε ίχνος κακής περηφάνιας μέσα του, κι ότι πραγματικά ήταν ένα σοφό και δίκαιο παλικάρι. Και κατάλαβε ότι δεν χρειάζονταν τα γαϊδουρινά αυτιά για να συνεχίσει να είναι ταπεινός και σωστός άνθρωπος. Έτσι, έλυσε τα μάγια, κι όλοι ήταν πολύ ευχαριστημένοι από τότε.
Η ιστορία αυτή πέρασε από στόμα σε στόμα και τα παιδιά για πολλά χρόνια προσπαθούσαν να κάνουν τις φλογέρες να παίξουν το περίεργο τραγούδι τους.
Όμως εκείνες δεν το ξανάπαιξαν ποτέ. Κι έζησαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα.
Ένας Γκρινιάρης Καλικάντζαρος.......
Ο Φρέντι περνούσε την ώρα γκρινιάζοντας στο φίλο του το Λιουκ.
Ο Λιουκ ήθελε να γίνει καλικάντζαρος – γιατρός και σκέφτηκε πως, ακούγοντας υπομονετικά το Φρέντι να κλαψουρίζει για το παραμικρό χτυπηματάκι, μπορούσε να εξασκηθεί γιατρεύοντάς τον. Έτσι θα μάθαινε το επάγγελμά του.
Μια μέρα, ο Φρέντι ήρθε να τον βρει κλαψουρίζοντας, όμως χωρίς κανένα φανερό τραύμα, ούτε καν κακή όψη. Αντίθετα, ο Λιουκ τον είδε πολύ καλά, χαρούμενο, παρά την γκρίνια του, που, τώρα, έμοιαζε ψεύτικη.
• Πώς είσαι; ρώτησε ο Λιουκ. Έχεις υπέροχη όψη σήμερα.
• Βρίσκεις;… είπε ο Φρέντι. Ωστόσο, δε νιώθω πολύ καλά.
• Πονάει η κοιλιά σου; ρώτησε ο Λιουκ.
• Όχι και τόσο, είπε ο Φρέντι.
• Ναι ή όχι, πονάει η κοιλιά σου; είπε κοφτά ο Λιουκ.
• Όχι! Δε νομίζω.
• Λοιπόν! Τι τρέχει; ρώτησε ενοχλημένος ο Λιουκ.
• Δεν ξέρω, είπε ο Φρέντι. Δεν είμαι καλά.
Ο Λιουκ δεν ήξερε τι να πει. Κοίταξε το φίλο του, που χαμήλωσε το βλέμμα και δεν είπε τίποτα.
• Νομίζω πως ασχολιόμαστε υπερβολικά μαζί σου, φιλαράκο μου, είπε ο Λιουκ. Άλλωστε κι εσύ ασχολείσαι πολύ με τον εαυτό σου. Προσπάθησε να σκεφτείς λίγο και τους άλλους και θα νιώσεις καλύτερα, σε διαβεβαιώ.
• Μα κανείς δε με χρειάζεται, είπε ο Φρέντι.
Ο Φρέντι είχε δίκιο. Επειδή βογκούσε όλη μέρα και παραπονιόταν συνεχώς, όλοι τον απέφευγαν και κανείς δε θα σκεφτόταν ποτέ να του ζητήσει κάποια εξυπηρέτηση. Τον ρωτούσαν απλώς αν ήταν καλά και ο Φρέντι δε απαντούσε ποτέ ναι.
- Δεν υπάρχει λύση για σένα, Φρέντι, είπε ο Λιουκ κάπως σκληρά. Είσαι χαμένη περίπτωση. Θα είσαι όλη σου τη ζωή ένας γκρινιάρης καλικάντζαρος. Στα καλικαντζαροχωριά, πάντα υπάρχουν ένας δυο τέτοιοι. Ε λοιπόν, εδώ, αυτός θα είσαι εσύ. Δεν πειράζει, έτσι είναι.
- Νομίζεις; ρώτησε ο Φρέντι αναστατωμένος.
Και γύρισε στο σπίτι του, ευχαριστημένος που ήταν επιτέλους κι αυτός ξεχωριστός. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, ήταν ο γκρινιάρης του χωριού.
Ο Λιουκ ήθελε να γίνει καλικάντζαρος – γιατρός και σκέφτηκε πως, ακούγοντας υπομονετικά το Φρέντι να κλαψουρίζει για το παραμικρό χτυπηματάκι, μπορούσε να εξασκηθεί γιατρεύοντάς τον. Έτσι θα μάθαινε το επάγγελμά του.
Μια μέρα, ο Φρέντι ήρθε να τον βρει κλαψουρίζοντας, όμως χωρίς κανένα φανερό τραύμα, ούτε καν κακή όψη. Αντίθετα, ο Λιουκ τον είδε πολύ καλά, χαρούμενο, παρά την γκρίνια του, που, τώρα, έμοιαζε ψεύτικη.
• Πώς είσαι; ρώτησε ο Λιουκ. Έχεις υπέροχη όψη σήμερα.
• Βρίσκεις;… είπε ο Φρέντι. Ωστόσο, δε νιώθω πολύ καλά.
• Πονάει η κοιλιά σου; ρώτησε ο Λιουκ.
• Όχι και τόσο, είπε ο Φρέντι.
• Ναι ή όχι, πονάει η κοιλιά σου; είπε κοφτά ο Λιουκ.
• Όχι! Δε νομίζω.
• Λοιπόν! Τι τρέχει; ρώτησε ενοχλημένος ο Λιουκ.
• Δεν ξέρω, είπε ο Φρέντι. Δεν είμαι καλά.
Ο Λιουκ δεν ήξερε τι να πει. Κοίταξε το φίλο του, που χαμήλωσε το βλέμμα και δεν είπε τίποτα.
• Νομίζω πως ασχολιόμαστε υπερβολικά μαζί σου, φιλαράκο μου, είπε ο Λιουκ. Άλλωστε κι εσύ ασχολείσαι πολύ με τον εαυτό σου. Προσπάθησε να σκεφτείς λίγο και τους άλλους και θα νιώσεις καλύτερα, σε διαβεβαιώ.
• Μα κανείς δε με χρειάζεται, είπε ο Φρέντι.
Ο Φρέντι είχε δίκιο. Επειδή βογκούσε όλη μέρα και παραπονιόταν συνεχώς, όλοι τον απέφευγαν και κανείς δε θα σκεφτόταν ποτέ να του ζητήσει κάποια εξυπηρέτηση. Τον ρωτούσαν απλώς αν ήταν καλά και ο Φρέντι δε απαντούσε ποτέ ναι.
- Δεν υπάρχει λύση για σένα, Φρέντι, είπε ο Λιουκ κάπως σκληρά. Είσαι χαμένη περίπτωση. Θα είσαι όλη σου τη ζωή ένας γκρινιάρης καλικάντζαρος. Στα καλικαντζαροχωριά, πάντα υπάρχουν ένας δυο τέτοιοι. Ε λοιπόν, εδώ, αυτός θα είσαι εσύ. Δεν πειράζει, έτσι είναι.
- Νομίζεις; ρώτησε ο Φρέντι αναστατωμένος.
Και γύρισε στο σπίτι του, ευχαριστημένος που ήταν επιτέλους κι αυτός ξεχωριστός. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, ήταν ο γκρινιάρης του χωριού.
Ο Μικρούλης Αϊ-Βασίλης.......
Πολύ πολύ μακριά στο βορρά, εκεί όπου τα πρώτα χιόνια πέφτουν, όταν εμείς εδώ έχουμε ακόμη καλοκαίρι, βρίσκεται καλά κρυμμένο το χωριό των Αϊ-Βασίληδων. Μια φορά κι έναν καιρό ζούσε εκεί ένας μικρούλης Αϊ-Βασίλης που δεν έβλεπε την ώρα να έρθουν τα Χριστούγεννα.
Ήταν πάντα ο πρώτος που έπαιρνε το χριστουγεννιάτικο δέντρο του από το μεγάλο δάσος. Και ήταν πάντα ο πρώτος που γυάλιζε το έλκηθρό του, λούστραρε τις μπότες του και αέριζε το παλτό του.
Όταν οι άλλοι Αϊ-Βασίληδες δεν είχαν αποφασίσει ακόμη τι δώρα θα πήγαιναν στα παιδιά, ο μικρούλης Αϊ-Βασίλης είχε ήδη ετοιμάσει και τυλίξει τα δώρα.
Περισσότερο του άρεσε να δωρίζει πράγματα που είχε φτιάξει με τα ίδια του τα χέρια. Ήξερε να φτιάχνει όλα τα παιχνίδια: πολύχρωμα αυτοκινητάκια και σκυλάκια με βούλες, ξύλινα αλογάκια, κουκλόσπιτα…
Κι έψηνε υπέροχα γλυκά. Ήξερε να φτιάχνει κουλουράκια με κανέλα σε σχήμα αστεριών, μελόπιτες, χρωματιστά μπαστουνάκια… Και τα μελομακάρονά του ήταν τα καλύτερα του κόσμου. Όταν τελείωνε το τύλιγμα των δώρων και το ψήσιμο των γλυκών, περίμενε με περισσότερη λαχτάρα το ταξίδι στα παιδιά από οποιονδήποτε άλλο Αϊ-Βασίλη. Και κάθε χρόνο τα ίδια…
«Όχι, δεν μπορείς να έρθεις μαζί μας» είπε ο αρχηγός Αϊ-Βασίλης, που αποφάσιζε για τα πάντα στο χωριό των Αϊ-Βασίληδων. «Είσαι πολύ μικρός». «Τα παιδιά θα σκάσουν στα γέλια» φώναξε ένας αγενέστατος νεαρός Αϊ-Βασίλης. «Ιδιαίτερα όταν τον δούνε» είπε, γελώντας ένας άλλος. «Πάνω στο μικροσκοπικό του έλκηθρο» φώναξε ένας τρίτος. Ήταν πολύ άσχημο αυτό που έκαναν, και λίγο έλειψε ο αρχηγός να τους αφήσει κι αυτούς στο σπίτι.
Όμως φέτος είχαν να δώσουν τόσο πολλά δώρα, που δεν μπορούσε να αφήσει πίσω κανέναν από τους νεαρούς Αϊ-Βασίληδες. Γι’ αυτό τους κοίταξε μονάχα πολύ αυστηρά και είπε: «Να φέρεστε καλύτερα!». Και στο μικρούλη Αϊ-Βασίλη είπε:«Του χρόνου ίσως». Αλλά ο μικρούλης Αϊ-Βασίλης δεν μπορούσε να το πιστέψει τόσο εύκολα πια.
Όταν έφυγαν οι υπόλοιποι Αϊ-Βασίληδες, ο μικρούλης Αϊ-Βασίλης δεν ήθελε ούτε να βλέπει ούτε να ακούει τίποτα. Έκλεισε τα παντζούρια κι έκατσε ολομόναχος στο δωμάτιό του. Δεν τον πείραζε που ήταν μικρότερος από τους άλλους. Αλλά τον στεναχωρούσε πολύ που δεν μπορούσε να πάει μαζί τους στο ταξίδι τους για τα παιδιά.
Μόνο όταν έπεσε η νύχτα, και τα πάντα είχαν πια ησυχάσει και ερημώσει, βγήκε από το σπίτι. Αφού δεν μπορούσε να ταξιδέψει, ήθελε τουλάχιστο να ξεμουδιάσει λιγάκι. Τα αστέρια έλαμπαν, ο μικρούλης Αϊ-Βασίλης όμως δε σήκωνε το βλέμμα να τα κοιτάξει. Κάπου εκεί ψηλά βρίσκονταν τώρα οι άλλοι με τα έλκηθρά τους που τα έσερναν τάρανδοι… Και τότε ξαφνικά ακούστηκαν φωνές από το μεγάλο δάσος. Στο μεγάλο δάσος ζούσαν τα ζώα. Τι να συζητούσαν άραγε τόσο αργά το βράδυ;
Τι καλά που ήταν τόσο μικρός! Έτσι μπορούσε να πλησιάσει στα κλεφτά χωρίς να τον δουν τα ζώα. Ήταν όλα τους εκεί: ο σκίουρος και ο λαγός,
η αρκούδα, το ζαρκάδι, τα ποντίκια… κι ήταν όλα τους πολύ κακόκεφα. «Είναι τρομερό» μούγκρισε η αρκούδα. «Οι Αϊ-Βασίληδες επισκέπτονται τους ανθρώπους, αλλά όχι τα ζώα». «Αν και δε θα χρειαζόταν να πάνε και πολύ μακριά» παραπονέθηκε ο λαγός. «Έτσι γινόταν πάντα» είπε η γριά κουκουβάγια. «Φοβάμαι ότι αυτό δε θα αλλάξει ποτέ».
Κι όμως άλλαξε! Γιατί, αμέσως μόλις το άκουσε ο μικρούλης Αϊ-Βασίλης, έφυγε από εκεί πολύ πολύ αθόρυβα, πατώντας στα νύχια των ποδιών του, κι έτρεξε στο σπίτι. Έριξε μια γρήγορη ματιά στον καθρέφτη, στοίβαξε τα δώρα στο έλκηθρο, και αμέσως ξαναπήρε το δρόμο της επιστροφής. Μόνο που δεν του είχαν μείνει καθόλου τάρανδοι, αφού όλοι είχαν φύγει. Αλλά και μόνος του μπορούσε να σύρει το έλκηθρο μέχρι το μεγάλο δάσος.
Εκείνο το βράδυ τα ζώα έστησαν τέτοια γιορτή, που όμοιά της δεν είχε ξαναδεί το μεγάλο δάσος. Ο μικρούλης Αϊ-Βασίλης έδωσε σε όλα τα ζώα από ένα δώρο, περισσότερο από όλα, όμως, χάρηκε η κατσούφα αρκούδα – ποτέ στη ζωή της δεν είχε πάρει δώρο. Και πιο περήφανη από όλα ήταν
η κουκουβάγια – πήρε ένα ολοκαίνουριο πουλόβερ και ήταν σίγουρα το πιο κομψό πουλί του δάσους.
Αμέσως μόλις επέστρεψαν οι υπόλοιποι Αϊ-Βασίληδες, ο μικρούλης Αϊ-Βασίλης παρουσιάστηκε μπροστά στον αρχηγό και του διηγήθηκε τι είχε γίνει στο μεγάλο δάσος. Ο αρχηγός έμεινε έκπληκτος και τον ανακήρυξε
Αϊ-Βασίλη των ζώων. «Μπράβο!» φώναξαν οι άλλοι Αϊ-Βασίληδες και τον ζητωκραύγασαν. Τρεις φορές μάλιστα! Από τότε ο μικρούλης Αϊ-Βασίλης είναι το ίδιο σημαντικός με τους μεγάλους…
Ήταν πάντα ο πρώτος που έπαιρνε το χριστουγεννιάτικο δέντρο του από το μεγάλο δάσος. Και ήταν πάντα ο πρώτος που γυάλιζε το έλκηθρό του, λούστραρε τις μπότες του και αέριζε το παλτό του.
Όταν οι άλλοι Αϊ-Βασίληδες δεν είχαν αποφασίσει ακόμη τι δώρα θα πήγαιναν στα παιδιά, ο μικρούλης Αϊ-Βασίλης είχε ήδη ετοιμάσει και τυλίξει τα δώρα.
Περισσότερο του άρεσε να δωρίζει πράγματα που είχε φτιάξει με τα ίδια του τα χέρια. Ήξερε να φτιάχνει όλα τα παιχνίδια: πολύχρωμα αυτοκινητάκια και σκυλάκια με βούλες, ξύλινα αλογάκια, κουκλόσπιτα…
Κι έψηνε υπέροχα γλυκά. Ήξερε να φτιάχνει κουλουράκια με κανέλα σε σχήμα αστεριών, μελόπιτες, χρωματιστά μπαστουνάκια… Και τα μελομακάρονά του ήταν τα καλύτερα του κόσμου. Όταν τελείωνε το τύλιγμα των δώρων και το ψήσιμο των γλυκών, περίμενε με περισσότερη λαχτάρα το ταξίδι στα παιδιά από οποιονδήποτε άλλο Αϊ-Βασίλη. Και κάθε χρόνο τα ίδια…
«Όχι, δεν μπορείς να έρθεις μαζί μας» είπε ο αρχηγός Αϊ-Βασίλης, που αποφάσιζε για τα πάντα στο χωριό των Αϊ-Βασίληδων. «Είσαι πολύ μικρός». «Τα παιδιά θα σκάσουν στα γέλια» φώναξε ένας αγενέστατος νεαρός Αϊ-Βασίλης. «Ιδιαίτερα όταν τον δούνε» είπε, γελώντας ένας άλλος. «Πάνω στο μικροσκοπικό του έλκηθρο» φώναξε ένας τρίτος. Ήταν πολύ άσχημο αυτό που έκαναν, και λίγο έλειψε ο αρχηγός να τους αφήσει κι αυτούς στο σπίτι.
Όμως φέτος είχαν να δώσουν τόσο πολλά δώρα, που δεν μπορούσε να αφήσει πίσω κανέναν από τους νεαρούς Αϊ-Βασίληδες. Γι’ αυτό τους κοίταξε μονάχα πολύ αυστηρά και είπε: «Να φέρεστε καλύτερα!». Και στο μικρούλη Αϊ-Βασίλη είπε:«Του χρόνου ίσως». Αλλά ο μικρούλης Αϊ-Βασίλης δεν μπορούσε να το πιστέψει τόσο εύκολα πια.
Όταν έφυγαν οι υπόλοιποι Αϊ-Βασίληδες, ο μικρούλης Αϊ-Βασίλης δεν ήθελε ούτε να βλέπει ούτε να ακούει τίποτα. Έκλεισε τα παντζούρια κι έκατσε ολομόναχος στο δωμάτιό του. Δεν τον πείραζε που ήταν μικρότερος από τους άλλους. Αλλά τον στεναχωρούσε πολύ που δεν μπορούσε να πάει μαζί τους στο ταξίδι τους για τα παιδιά.
Μόνο όταν έπεσε η νύχτα, και τα πάντα είχαν πια ησυχάσει και ερημώσει, βγήκε από το σπίτι. Αφού δεν μπορούσε να ταξιδέψει, ήθελε τουλάχιστο να ξεμουδιάσει λιγάκι. Τα αστέρια έλαμπαν, ο μικρούλης Αϊ-Βασίλης όμως δε σήκωνε το βλέμμα να τα κοιτάξει. Κάπου εκεί ψηλά βρίσκονταν τώρα οι άλλοι με τα έλκηθρά τους που τα έσερναν τάρανδοι… Και τότε ξαφνικά ακούστηκαν φωνές από το μεγάλο δάσος. Στο μεγάλο δάσος ζούσαν τα ζώα. Τι να συζητούσαν άραγε τόσο αργά το βράδυ;
Τι καλά που ήταν τόσο μικρός! Έτσι μπορούσε να πλησιάσει στα κλεφτά χωρίς να τον δουν τα ζώα. Ήταν όλα τους εκεί: ο σκίουρος και ο λαγός,
η αρκούδα, το ζαρκάδι, τα ποντίκια… κι ήταν όλα τους πολύ κακόκεφα. «Είναι τρομερό» μούγκρισε η αρκούδα. «Οι Αϊ-Βασίληδες επισκέπτονται τους ανθρώπους, αλλά όχι τα ζώα». «Αν και δε θα χρειαζόταν να πάνε και πολύ μακριά» παραπονέθηκε ο λαγός. «Έτσι γινόταν πάντα» είπε η γριά κουκουβάγια. «Φοβάμαι ότι αυτό δε θα αλλάξει ποτέ».
Κι όμως άλλαξε! Γιατί, αμέσως μόλις το άκουσε ο μικρούλης Αϊ-Βασίλης, έφυγε από εκεί πολύ πολύ αθόρυβα, πατώντας στα νύχια των ποδιών του, κι έτρεξε στο σπίτι. Έριξε μια γρήγορη ματιά στον καθρέφτη, στοίβαξε τα δώρα στο έλκηθρο, και αμέσως ξαναπήρε το δρόμο της επιστροφής. Μόνο που δεν του είχαν μείνει καθόλου τάρανδοι, αφού όλοι είχαν φύγει. Αλλά και μόνος του μπορούσε να σύρει το έλκηθρο μέχρι το μεγάλο δάσος.
Εκείνο το βράδυ τα ζώα έστησαν τέτοια γιορτή, που όμοιά της δεν είχε ξαναδεί το μεγάλο δάσος. Ο μικρούλης Αϊ-Βασίλης έδωσε σε όλα τα ζώα από ένα δώρο, περισσότερο από όλα, όμως, χάρηκε η κατσούφα αρκούδα – ποτέ στη ζωή της δεν είχε πάρει δώρο. Και πιο περήφανη από όλα ήταν
η κουκουβάγια – πήρε ένα ολοκαίνουριο πουλόβερ και ήταν σίγουρα το πιο κομψό πουλί του δάσους.
Αμέσως μόλις επέστρεψαν οι υπόλοιποι Αϊ-Βασίληδες, ο μικρούλης Αϊ-Βασίλης παρουσιάστηκε μπροστά στον αρχηγό και του διηγήθηκε τι είχε γίνει στο μεγάλο δάσος. Ο αρχηγός έμεινε έκπληκτος και τον ανακήρυξε
Αϊ-Βασίλη των ζώων. «Μπράβο!» φώναξαν οι άλλοι Αϊ-Βασίληδες και τον ζητωκραύγασαν. Τρεις φορές μάλιστα! Από τότε ο μικρούλης Αϊ-Βασίλης είναι το ίδιο σημαντικός με τους μεγάλους…
Ο ετοιμοθάνατος βασιλιάς .......
Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένας ετοιμοθάνατος βασιλιάς. Ήταν πανίσχυρος βασιλιάς, αλλά ήταν άρρωστος πολύ βαριά κι απελπιζόταν: «Είναι δυνατόν ένας τόσο ισχυρός βασιλιάς να πρέπει να πεθάνει; Τι κάνουν οι μάγοι μου; Γιατί δε με γλιτώνουν;»
Αλλά οι μάγοι το είχαν βάλει στα πόδια, από φόβο μήπως τους πάρει το κεφάλι. Μόνο ένας είχε απομείνει, ένας γέρος μάγος, που κανένας δεν του έδινε σημασία, γιατί ήταν μάλλον ιδιότροπος κι ίσως λίγο τρελούτσικος. Εδώ και πολλά χρόνια ο βασιλιάς δεν τον συμβουλευόταν , αυτή τη φορά όμως πρόσταξε να τον καλέσουν.
–Μπορείς να σωθείς, είπε ο μάγος, αλλά με μία συμφωνία: να παραχωρήσεις για μία μέρα το θρόνο σου στον άνθρωπο που θα σου μοιάζει πιότερο απ’ όλους τους ανθρώπους. Έτσι θα πεθάνει αυτός στη θέση σου.
Αμέσως βγήκε φιρμάνι σ’ όλο το βασίλειο: «Όσοι μοιάζουν στο βασιλιά να παρουσιαστούν στην Αυλή μέσα σε είκοσι τέσσερις ώρες, αλλιώς θα θανατωθούν.»
Παρουσιάστηκαν πολλοί: κάποιοι είχαν γενειάδα ίδια με του βασιλιά, αλλά η μύτη τους ήταν λίγο πιο μακριά ή λίγο πιο κοντή και ο μάγος τούς απέρριπτε, άλλοι έμοιαζαν στο βασιλιά όπως ένα πορτοκάλι μοιάζει με το διπλανό του στο καφάσι του μανάβη, αλλά ο μάγος τούς απέρριπτε, γιατί είτε τους έλειπε ένα δόντι ή έιχαν μια κρεατοελιά στην πλάτη.
–Μα εσύ τους απορρίπτεις όλους, διαμαρτυρόταν ο βασιλιάς στο μάγο του. Άσε με να δοκιμάσω εγώ μ’ έναν απ’ όλους, να γίνει μια αρχή.
–Άδικα θα παιδευτείς, αποκρινόταν ο μάγος.
Ένα βράδυ, ο βασιλιάς κι ο μάγος του έκαναν περίπατο στις επάλξεις της πόλης και κάποια στιγμή ο μάγος φώναξε: « Να ο άνθρωπος που σου μοιάζει πιότερο απ’ όλους!» Και με τα λόγια αυτά, έδειξε ένα ζητιάνο σακάτη, καμπούρη, μισότυφλο, βρόμικο και γεμάτο πληγές.
–Μα πώς είναι δυνατόν; διαμαρτυρήθηκε ο βασιλιάς. Αμέτρητες διαφορές μάς χωρίζουν.
–Ένας βασιλιάς ετοιμοθάνατος, επέμενε ο μάγος, μοιάζει μονάχα με τον πιο φτωχό, τον πιο κακότυχο της πόλης. Εμπρός, άλλαξε αμέσως ρούχα μαζί του για μία μέρα, βάλε τον στο θρόνο και θα σωθείς.
Αλλά ο βασιλιάς δε θέλησε με κανέναν τρόπο να παραδεχτεί πως έμοιαζε μ’ ένα ζητιάνο. Γύρισε στο παλάτι κατσουφιασμένος κι άκεφος και το ίδιο βράδυ πέθανε, με το στέμμα στο κεφάλι και το σκήπτρο σφιχτά στην παλάμη.
Αλλά οι μάγοι το είχαν βάλει στα πόδια, από φόβο μήπως τους πάρει το κεφάλι. Μόνο ένας είχε απομείνει, ένας γέρος μάγος, που κανένας δεν του έδινε σημασία, γιατί ήταν μάλλον ιδιότροπος κι ίσως λίγο τρελούτσικος. Εδώ και πολλά χρόνια ο βασιλιάς δεν τον συμβουλευόταν , αυτή τη φορά όμως πρόσταξε να τον καλέσουν.
–Μπορείς να σωθείς, είπε ο μάγος, αλλά με μία συμφωνία: να παραχωρήσεις για μία μέρα το θρόνο σου στον άνθρωπο που θα σου μοιάζει πιότερο απ’ όλους τους ανθρώπους. Έτσι θα πεθάνει αυτός στη θέση σου.
Αμέσως βγήκε φιρμάνι σ’ όλο το βασίλειο: «Όσοι μοιάζουν στο βασιλιά να παρουσιαστούν στην Αυλή μέσα σε είκοσι τέσσερις ώρες, αλλιώς θα θανατωθούν.»
Παρουσιάστηκαν πολλοί: κάποιοι είχαν γενειάδα ίδια με του βασιλιά, αλλά η μύτη τους ήταν λίγο πιο μακριά ή λίγο πιο κοντή και ο μάγος τούς απέρριπτε, άλλοι έμοιαζαν στο βασιλιά όπως ένα πορτοκάλι μοιάζει με το διπλανό του στο καφάσι του μανάβη, αλλά ο μάγος τούς απέρριπτε, γιατί είτε τους έλειπε ένα δόντι ή έιχαν μια κρεατοελιά στην πλάτη.
–Μα εσύ τους απορρίπτεις όλους, διαμαρτυρόταν ο βασιλιάς στο μάγο του. Άσε με να δοκιμάσω εγώ μ’ έναν απ’ όλους, να γίνει μια αρχή.
–Άδικα θα παιδευτείς, αποκρινόταν ο μάγος.
Ένα βράδυ, ο βασιλιάς κι ο μάγος του έκαναν περίπατο στις επάλξεις της πόλης και κάποια στιγμή ο μάγος φώναξε: « Να ο άνθρωπος που σου μοιάζει πιότερο απ’ όλους!» Και με τα λόγια αυτά, έδειξε ένα ζητιάνο σακάτη, καμπούρη, μισότυφλο, βρόμικο και γεμάτο πληγές.
–Μα πώς είναι δυνατόν; διαμαρτυρήθηκε ο βασιλιάς. Αμέτρητες διαφορές μάς χωρίζουν.
–Ένας βασιλιάς ετοιμοθάνατος, επέμενε ο μάγος, μοιάζει μονάχα με τον πιο φτωχό, τον πιο κακότυχο της πόλης. Εμπρός, άλλαξε αμέσως ρούχα μαζί του για μία μέρα, βάλε τον στο θρόνο και θα σωθείς.
Αλλά ο βασιλιάς δε θέλησε με κανέναν τρόπο να παραδεχτεί πως έμοιαζε μ’ ένα ζητιάνο. Γύρισε στο παλάτι κατσουφιασμένος κι άκεφος και το ίδιο βράδυ πέθανε, με το στέμμα στο κεφάλι και το σκήπτρο σφιχτά στην παλάμη.
Η αλεπού φωτογράφος.......
Μια αλεπού ανακάλυψε μια ωραία μέρα ότι η αληθινή της κλίση ήταν η φωτογραφία, και μάλιστα ότι ήθελε να γίνει πλανόδιος φωτογράφος. Μα καλά, θα καθόσασταν εσείς να σας βγάλει φωτογραφία αυτή η πανούργα κουτσομπόλα; Εγώ, για να σας πω την αλήθεια, όχι. Και να σας εξηγήσω και τους λόγους μου.
Να σου, λοιπόν, με την καινούρια της φωτογραφική μηχανή και το τρίποδο, εφοδιασμένη με μια ωραία σειρά από φωτογραφίες για να δείχνει την αξία της, η κουτσομπόλα αλεπού τριγυρίζει κοντά σε ένα μεγάλο κοτέτσι. Οι κότες, μέσα από το μεταλλικό δίχτυ, αισθάνονταν ασφαλείς, και γι’ αυτό την πλησίασαν.
–Δείτε τι ωραίες καλλιτεχνικές φωτογραφίες! άρχισε να λέει η αλεπού. Αυτήν εδώ την έβγαλα στον κόκορα Πρασινοτρίχη, όταν χρειάστηκε να στείλει τη φωτογραφία του στην αρραβωνιαστικιά του.
–Α, ωραιότατη! αναφώνησαν έκθαμβες οι κοτούλες.
–Αυτή την έβγαλα σε μια οικογένεια κουνελιών. Ήθελαν μάλιστα να τους βάλω και φωτοστέφανο πάνω απ’ τα κεφάλια τους, γιατί είναι μια οικογένεια πολύ θεοσεβούμενη: κι εγώ τους έκανα το χατίρι. Με τη φωτογραφική μου μηχανή μπορώ να φωτογραφήσω ό,τι φαίνεται, αλλά και ό,τι δε φαίνεται!
Οι δύο φαντασμένες πουλάδες αποφάσισαν λοιπόν να βγάλουν μια φωτογραφία:
–Όμως θέλουμε να βγούμε με μια ουρά από πούπουλα...
–Βέβαια, βέβαια. Είναι όλα τιμής ένεκεν... Εγώ είμαι μία καλλιτέχνιδα. μία ευεργέτιδα, όχι μία έμπορος.
Οι πουλάδες, νικημένες απ’ τον ενθουσιασμό, βγαίνουν τρέχοντας απ’ το κοτέτσι και παίρνουν πόζα. Η αλεπού κάνει πως κοιτάζει στη μηχανή της: βουτάει το κεφάλι της κάτω απ΄το μαύρο πανί, το ξαναβγάζει έξω, αλλάζει θέση στα τρίποδα και εστιάζει στα μοντέλα της.
–Πιο κοντά, παρακαλώ και να χαμογελάτε. Κοιτάξτε το δέντρο στα δεξιά σας. Έτοιμες; Ακίνητες, έτσι;
Κι όταν ήταν αρκετά κοντά της και ακίνητες σαν αγάλματα, έπεσε πάνω τους με έναν πήδο και τις έφαγε με μια μπουκιά. Οι καημενούλες. Θα ήταν καλύτερα αν έμεναν ευχαριστημένες με ένα σκίτσο τους φτιαγμένο πρόχειρα, ακόμα και με κάρβουνο.
Να σου, λοιπόν, με την καινούρια της φωτογραφική μηχανή και το τρίποδο, εφοδιασμένη με μια ωραία σειρά από φωτογραφίες για να δείχνει την αξία της, η κουτσομπόλα αλεπού τριγυρίζει κοντά σε ένα μεγάλο κοτέτσι. Οι κότες, μέσα από το μεταλλικό δίχτυ, αισθάνονταν ασφαλείς, και γι’ αυτό την πλησίασαν.
–Δείτε τι ωραίες καλλιτεχνικές φωτογραφίες! άρχισε να λέει η αλεπού. Αυτήν εδώ την έβγαλα στον κόκορα Πρασινοτρίχη, όταν χρειάστηκε να στείλει τη φωτογραφία του στην αρραβωνιαστικιά του.
–Α, ωραιότατη! αναφώνησαν έκθαμβες οι κοτούλες.
–Αυτή την έβγαλα σε μια οικογένεια κουνελιών. Ήθελαν μάλιστα να τους βάλω και φωτοστέφανο πάνω απ’ τα κεφάλια τους, γιατί είναι μια οικογένεια πολύ θεοσεβούμενη: κι εγώ τους έκανα το χατίρι. Με τη φωτογραφική μου μηχανή μπορώ να φωτογραφήσω ό,τι φαίνεται, αλλά και ό,τι δε φαίνεται!
Οι δύο φαντασμένες πουλάδες αποφάσισαν λοιπόν να βγάλουν μια φωτογραφία:
–Όμως θέλουμε να βγούμε με μια ουρά από πούπουλα...
–Βέβαια, βέβαια. Είναι όλα τιμής ένεκεν... Εγώ είμαι μία καλλιτέχνιδα. μία ευεργέτιδα, όχι μία έμπορος.
Οι πουλάδες, νικημένες απ’ τον ενθουσιασμό, βγαίνουν τρέχοντας απ’ το κοτέτσι και παίρνουν πόζα. Η αλεπού κάνει πως κοιτάζει στη μηχανή της: βουτάει το κεφάλι της κάτω απ΄το μαύρο πανί, το ξαναβγάζει έξω, αλλάζει θέση στα τρίποδα και εστιάζει στα μοντέλα της.
–Πιο κοντά, παρακαλώ και να χαμογελάτε. Κοιτάξτε το δέντρο στα δεξιά σας. Έτοιμες; Ακίνητες, έτσι;
Κι όταν ήταν αρκετά κοντά της και ακίνητες σαν αγάλματα, έπεσε πάνω τους με έναν πήδο και τις έφαγε με μια μπουκιά. Οι καημενούλες. Θα ήταν καλύτερα αν έμεναν ευχαριστημένες με ένα σκίτσο τους φτιαγμένο πρόχειρα, ακόμα και με κάρβουνο.
Ο Μπίλι, το Απίστευτα Λαίμαργο Μωρό.......
Από τη μέρα που γεννήθηκε, ο Μπίλι Μπουζόνι έτρωγε όσο είκοσι μωρά, μπορεί και παραπάνω. Έτρωγε πατάτες, χυλό, δαμάσκηνα, ψωμί, φασόλια, σούπα, μακαρόνια και παγωτό- κι αυτό ήταν μόνο το πρωινό του.
Ο Μπίλι έτρωγε εφτά φορές την μέρα- και τσιμπούσε και κάτι στα ενδιάμεσα. Όλοι λέγανε ότι ο Μπίλι είναι το πιο λαίμαργο μωρό που είχαν δει. Οι κακόμοιροι οι γονείς του δεν ήξεραν τι να κάνουν. Μόλις ο Μπίλι έμαθε να πιάνει, δεν τολμούσαν να τον πάρουν μαζί τους όταν πήγαιναν για ψώνια.
Μόλις ο Μπίλι άρχισε να μπουσουλάει, έβαλαν ένα λουκέτο στο ψυγείο. Και από τότε που έμαθε να περπατάει, έβαλαν τα τρόφιμα στο πιο ψηλό ράφι του ντουλαπιού.
Στο τέλος του φαγητού δεν τολμούσαν να πουν «Δεν έχει άλλο». Δεν περνούσαν λίγα λεπτά, κι ο Μπίλι άρχιζε να μασουλάει ένα περιοδικό ή λουλούδια απ΄ το κήπο.
Μια μέρα ο κύριος Μπουζόνι ήρθε από τον κήπο και είπε στην κυρία Μπουζόνι:
«Ξέρεις ότι το κουνελάκι όσο πάει κι αδυνατίζει. Μπορείς να μαντέψεις ποιος τρώει το φαγητό του;»
Στο τέλος άρχισαν να ανησυχούν τόσο, που πήγαν τον Μπίλι στο νοσοκομείο. Όμως την ώρα που μιλούσαν στο γιατρό, ο Μπίλι όρμησε στην κουζίνα του νοσοκομείου. Πολλοί ασθενείς έμειναν νηστικοί εκείνη τη μέρα..
Ο Μπίλι έτρωγε τα πάντα και δεν άφηνε τίποτα και η οικογένειά του κόντευε να μείνει στο δρόμο. Η κυρία Μπουζόνι χάζευε τα άδεια ντουλάπια της κουζίνας. Στα ράφια είχε μείνει μόνο ένα φύλλο μαρούλι. Κι ένα μακαρόνι. Και δεν τους είχε μείνει δεκάρα. Τι θα ‘καναν;
Τότε λοιπόν, πηγαίνοντας στο σούπερ μάρκετ, είδαν μια αφίσα:

Για μια στιγμή οι Μπουζόνι σκέφτηκαν: «Τι ανοησίες!» Ξαφνικά όμως κοίταξαν ο ένας τον άλλον και φώναξαν μαζί:
«Θα φέρουμε το Μπίλι στο διαγωνισμό!»
Αμέσως την άλλη μέρα ξεκίνησαν την προπόνηση του Μπίλι. Δύσκολη δουλειά για τη μαμά και τον μπαμπά, αλλά για τον Μπίλι ήταν η καλύτερή του- έτρωγε το ένα γεύμα μετά το άλλο!
Στα ενδιάμεσα τον πήγαν μακρινούς περιπάτους για να του ανοίγει η όρεξη. Και μετά από κάθε γεύμα, όταν ο Μπίλι έδειχνε πως είχε τελειώσει, αντί να λένε «Γρήγορα! Να κρύψουμε ότι έχει απομείνει για να μην το δει!» τον παρακαλούσαν:
«Έλα, Μπίλι, φάε άλλη μία μπουκίτσα!»
«Παράξενο», αναρωτήθηκε ο Μπίλι. «Γιατί έχουμε πάλι τηγανίτες για βραδινό;»
έφτασε η μέρα του διαγωνισμού. Είχε μαζευτεί πολύς κόσμος. Ο κακομοίρης ο Μπίλι δεν είχε φάει τίποτα όλη μέρα. Ο κύριος και η κυρία Μπουζόνι τον έβαλαν να καθίσει στο τραπέζι. Κι επιτέλους άκουσαν το διαιτητή να λέει:
«Εμπρός, λοιπόν. Δεν ξεκουραζόμαστε. Δεν κλέβετε. Πρέπει να τρώτε συνέχεια. Έτοιμοι… Εμπρός…. Αρχίστε να τρώτε!»
Η παραφουσκωμένη Σίνθια ξεκίνησε καλά χώνοντας στο στόμα της τέσσερις τηγανίτες κάθε φορά.. Και ο τεράστιος Μπομπ τις κατέβαζε με μπίρα.. Ο κόσμος ζητωκραύγαζε. Οι μάγειροι έφερναν συνέχεια και άλλες τηγανίτες…
Μα τι έγινε; Ο τεράστιος Μπομπ άρχισε να τρώει πιο αργά. Και τη Σίνθια άρχισε να την παίρνει ο ύπνος!
«Ελάτε τώρα!» φώναζε ο κόσμος. «Μη σταματάτε! Πρέπει να νικήσετε. Έχουμε βάλει στοιχήματα!»
Όμως ο τεράστιος Μπομπ δεν έδειχνε καλά.
«Οχ η κοιλιά μου», μούγκριζε. «Νοιώθω άρρωστος. Δεν μπορώ να φάω άλλο- αλλά αυτό το μωρό μπορεί!»
Ο κύριος Μπουζόνι χαμογελούσε στη γυναίκα του και ψιθύριζε:
«Συνέχισε να μασουλάς, Μπιλ».
Ο κόσμος μέτραγε τις τηγανίτες που εξαφανίζονταν η μία μετά την άλλη.
«Εκατόν δύο; Δεν είναι δυνατόν! Διακόσιες τέσσερις; Και θέλει και άλλες!»
Ο διαιτητής σηκώθηκε.
«Μπορεί να είναι μωρό ακόμα και στα πρώτα του βήματα», είπε, «αλλά ο Μπίλι Μπουζόνι είναι ο νικητής!»
Ο κύριος και η κυρία Μπουζόνι αγκάλιασαν σφιχτά το Μπίλι- και πολύ προσεκτικά. Ο διαιτητής τους έδωσε μια επιταγή για χίλια πεντακόσια ευρώ. Ρώτησε τους Μπουζόνι τι θα κάνουν με τα λεφτά. Θα πήγαιναν διακοπές; Θα αγόραζαν καινούργιο αυτοκίνητο;
Ο κύριος Μπουζόνι απάντησε:
«Μπορεί να αγοράσουμε ένα δυο πραγματάκια, αλλά με τα περισσότερα λεφτά του βραβείου θα αγοράσουμε φαγητό για το μωρό!»
Το ίδιο βράδυ, οι Μπουζόνι πήγαν στο καλύτερο εστιατόριο της πόλης για να το γιορτάσουν. Παραγγείλανε το πιο ακριβό γεύμα που υπήρχε- φρέσκο αστακό, ροστ μπιφ, παγωτό βατόμουρο, τούρτα και τυρί.
Και ο Μπίλι ο κακομοίρης δεν μπορούσε να βάλει μπουκιά στο στόμα του.
Ο Μπίλι έτρωγε εφτά φορές την μέρα- και τσιμπούσε και κάτι στα ενδιάμεσα. Όλοι λέγανε ότι ο Μπίλι είναι το πιο λαίμαργο μωρό που είχαν δει. Οι κακόμοιροι οι γονείς του δεν ήξεραν τι να κάνουν. Μόλις ο Μπίλι έμαθε να πιάνει, δεν τολμούσαν να τον πάρουν μαζί τους όταν πήγαιναν για ψώνια.
Μόλις ο Μπίλι άρχισε να μπουσουλάει, έβαλαν ένα λουκέτο στο ψυγείο. Και από τότε που έμαθε να περπατάει, έβαλαν τα τρόφιμα στο πιο ψηλό ράφι του ντουλαπιού.
Στο τέλος του φαγητού δεν τολμούσαν να πουν «Δεν έχει άλλο». Δεν περνούσαν λίγα λεπτά, κι ο Μπίλι άρχιζε να μασουλάει ένα περιοδικό ή λουλούδια απ΄ το κήπο.
Μια μέρα ο κύριος Μπουζόνι ήρθε από τον κήπο και είπε στην κυρία Μπουζόνι:
«Ξέρεις ότι το κουνελάκι όσο πάει κι αδυνατίζει. Μπορείς να μαντέψεις ποιος τρώει το φαγητό του;»
Στο τέλος άρχισαν να ανησυχούν τόσο, που πήγαν τον Μπίλι στο νοσοκομείο. Όμως την ώρα που μιλούσαν στο γιατρό, ο Μπίλι όρμησε στην κουζίνα του νοσοκομείου. Πολλοί ασθενείς έμειναν νηστικοί εκείνη τη μέρα..
Ο Μπίλι έτρωγε τα πάντα και δεν άφηνε τίποτα και η οικογένειά του κόντευε να μείνει στο δρόμο. Η κυρία Μπουζόνι χάζευε τα άδεια ντουλάπια της κουζίνας. Στα ράφια είχε μείνει μόνο ένα φύλλο μαρούλι. Κι ένα μακαρόνι. Και δεν τους είχε μείνει δεκάρα. Τι θα ‘καναν;
Τότε λοιπόν, πηγαίνοντας στο σούπερ μάρκετ, είδαν μια αφίσα:
Για μια στιγμή οι Μπουζόνι σκέφτηκαν: «Τι ανοησίες!» Ξαφνικά όμως κοίταξαν ο ένας τον άλλον και φώναξαν μαζί:
«Θα φέρουμε το Μπίλι στο διαγωνισμό!»
Αμέσως την άλλη μέρα ξεκίνησαν την προπόνηση του Μπίλι. Δύσκολη δουλειά για τη μαμά και τον μπαμπά, αλλά για τον Μπίλι ήταν η καλύτερή του- έτρωγε το ένα γεύμα μετά το άλλο!
Στα ενδιάμεσα τον πήγαν μακρινούς περιπάτους για να του ανοίγει η όρεξη. Και μετά από κάθε γεύμα, όταν ο Μπίλι έδειχνε πως είχε τελειώσει, αντί να λένε «Γρήγορα! Να κρύψουμε ότι έχει απομείνει για να μην το δει!» τον παρακαλούσαν:
«Έλα, Μπίλι, φάε άλλη μία μπουκίτσα!»
«Παράξενο», αναρωτήθηκε ο Μπίλι. «Γιατί έχουμε πάλι τηγανίτες για βραδινό;»
έφτασε η μέρα του διαγωνισμού. Είχε μαζευτεί πολύς κόσμος. Ο κακομοίρης ο Μπίλι δεν είχε φάει τίποτα όλη μέρα. Ο κύριος και η κυρία Μπουζόνι τον έβαλαν να καθίσει στο τραπέζι. Κι επιτέλους άκουσαν το διαιτητή να λέει:
«Εμπρός, λοιπόν. Δεν ξεκουραζόμαστε. Δεν κλέβετε. Πρέπει να τρώτε συνέχεια. Έτοιμοι… Εμπρός…. Αρχίστε να τρώτε!»
Η παραφουσκωμένη Σίνθια ξεκίνησε καλά χώνοντας στο στόμα της τέσσερις τηγανίτες κάθε φορά.. Και ο τεράστιος Μπομπ τις κατέβαζε με μπίρα.. Ο κόσμος ζητωκραύγαζε. Οι μάγειροι έφερναν συνέχεια και άλλες τηγανίτες…
Μα τι έγινε; Ο τεράστιος Μπομπ άρχισε να τρώει πιο αργά. Και τη Σίνθια άρχισε να την παίρνει ο ύπνος!
«Ελάτε τώρα!» φώναζε ο κόσμος. «Μη σταματάτε! Πρέπει να νικήσετε. Έχουμε βάλει στοιχήματα!»
Όμως ο τεράστιος Μπομπ δεν έδειχνε καλά.
«Οχ η κοιλιά μου», μούγκριζε. «Νοιώθω άρρωστος. Δεν μπορώ να φάω άλλο- αλλά αυτό το μωρό μπορεί!»
Ο κύριος Μπουζόνι χαμογελούσε στη γυναίκα του και ψιθύριζε:
«Συνέχισε να μασουλάς, Μπιλ».
Ο κόσμος μέτραγε τις τηγανίτες που εξαφανίζονταν η μία μετά την άλλη.
«Εκατόν δύο; Δεν είναι δυνατόν! Διακόσιες τέσσερις; Και θέλει και άλλες!»
Ο διαιτητής σηκώθηκε.
«Μπορεί να είναι μωρό ακόμα και στα πρώτα του βήματα», είπε, «αλλά ο Μπίλι Μπουζόνι είναι ο νικητής!»
Ο κύριος και η κυρία Μπουζόνι αγκάλιασαν σφιχτά το Μπίλι- και πολύ προσεκτικά. Ο διαιτητής τους έδωσε μια επιταγή για χίλια πεντακόσια ευρώ. Ρώτησε τους Μπουζόνι τι θα κάνουν με τα λεφτά. Θα πήγαιναν διακοπές; Θα αγόραζαν καινούργιο αυτοκίνητο;
Ο κύριος Μπουζόνι απάντησε:
«Μπορεί να αγοράσουμε ένα δυο πραγματάκια, αλλά με τα περισσότερα λεφτά του βραβείου θα αγοράσουμε φαγητό για το μωρό!»
Το ίδιο βράδυ, οι Μπουζόνι πήγαν στο καλύτερο εστιατόριο της πόλης για να το γιορτάσουν. Παραγγείλανε το πιο ακριβό γεύμα που υπήρχε- φρέσκο αστακό, ροστ μπιφ, παγωτό βατόμουρο, τούρτα και τυρί.
Και ο Μπίλι ο κακομοίρης δεν μπορούσε να βάλει μπουκιά στο στόμα του.
Εγγραφή σε:
Σχόλια (Atom)